
Η κυβερνητική προσπάθεια να επιλυθεί η στεγαστική κρίση μέσω του νέου προγράμματος «Ανακαινίζω» εξελίσσεται σε μια περίπλοκη διαδικασία. Με συνολικό προϋπολογισμό που φτάνει τα 500 εκατ. ευρώ, το οικονομικό επιτελείο στοχεύει στην επαναφορά χιλιάδων κλειστών διαμερισμάτων στην αγορά, ώστε να ενισχυθεί η προσφορά κατοικιών. Ωστόσο, οι κυβερνητικοί σχεδιασμοί αποκτούν μια πιο σύνθετη διάσταση.
Σύμφωνα με στοιχεία από το υπουργείο Οικονομικών, περίπου 400.000 ακίνητα στην Ελλάδα δεν έχουν παρουσιάσει καμία ή σχεδόν καθόλου κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος τα τελευταία τρία χρόνια, γεγονός που αποκαλύπτει την αδράνεια τους.
Για την κυβέρνηση, η ενεργοποίηση ακόμα και του 5%-6% αυτών των κατοικιών θα θεωρηθεί επιτυχία, καθώς οι διαθέσιμοι πόροι θα απορροφηθούν. Ωστόσο, η δυσκολία στην ενεργοποίηση αυτού του μικρού ποσοστού είναι εμφανής.
Στελέχη της αγοράς και πρόσφατη έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος επισημαίνουν πως η κρατική παρέμβαση γίνεται χωρίς τη σωστή εκτίμηση της φύσης και των χαρακτηριστικών των κλειστών ακινήτων.
Οι αιτίες που μπορεί να κρατούν τα ακίνητα εκτός αγοράς είναι ποικιλόμορφες. Κάποια σπίτια είναι εγκλωβισμένα σε νομικές διαμάχες ή κληρονομικές εκκρεμότητες, ενώ άλλα υπάρχουν πτωχευτικά χρέη και υποθήκες, και αρκετά απαιτούν πολύ υψηλές επισκευαστικές δαπάνες που οι ιδιοκτήτες δεν μπορούν να υποστηρίξουν.
Λόγω της έλλειψης ακριβούς καταγραφής των ακινήτων, τα οικονομικά κίνητρα χορηγούνται χωρίς στοχευμένη προσέγγιση, με την κυβέρνηση να ελπίζει πως κάποια μέρη της αγοράς θα ανταποκριθούν.
Η κατάσταση δείχνει πως πολλοί ιδιοκτήτες δεν είναι σε θέση να αξιοποιήσουν το πρόγραμμα, περιορίζοντας τη διαθέσιμη κατοικία.
Ο πρώτος σοβαρός παράγοντας είναι η πολυϊδιοκτησία. Πολλά διαμερίσματα ανήκουν σε πολλές κληρονόμους, και οι συμφωνίες μεταξύ τους συχνά αποβαίνουν αδιέξοδες. Αν απαιτείται να υπάρχει τουλάχιστον το 51% της κυριότητας, μεγάλο ποσοστό ακινήτων θα αποκλειστεί.
Ένα δεύτερο κύριο πρόβλημα αφορά τα «κόκκινα χρέη». Ιδιοκτήτες που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές ή υποθήκες προτιμούν να προφυλάξουν την περιουσία τους παρά να επενδύσουν σε ανακαινίσεις.
Επιπλέον, χρόνιες οφειλές σε τράπεζες αποκλείουν πολλά ακίνητα από το πρόγραμμα, που απευθύνεται μόνο σε φυσικά πρόσωπα.
Ταυτόχρονα, η φοβία των κακοπληρωτών παραμένει, με αρκετούς ιδιοκτήτες να επιλέγουν να διατηρούν τα ακίνητά τους κλειστά, με την ανησυχία μη πληρωμών ενοικίων και ζημιών.
Παρόλο που η κυβέρνηση προγραμματίζει φορολογικά κίνητρα, ταχύτερες διαδικασίες εξώσεων και ακόμη και «πιστοποιητικά φερεγγυότητας» για τους ενοικιαστές, η αποκατάσταση εμπιστοσύνης στην αγορά απαιτεί χρόνο.
Ακόμη και για εκείνους που επιθυμούν να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα, το οικονομικό βάρος φαντάζει μεγάλο.
Η ανώτατη επιδότηση έχει οριστεί στα 300 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ποσό που κρίνεται ανεπαρκές από αρκετούς επαγγελματίες της ανακαίνισης.
Με τις τιμές των οικοδομικών υλικών σε υψηλά επίπεδα, οι ιδιοκτήτες συχνά βλέπουν να χρειάζεται να καλύψουν ένα σημαντικό μέρος του κόστους από την προσωπική τους τσέπη.
Η βασική χρηματοδότηση κυμαίνεται μεταξύ 70% και 80% του συνολικού προϋπολογισμού, ανάλογα με τα εισοδηματικά κριτήρια.
Επιπλέον, προσφέρονται επιπλέον μπόνους για κατηγορίες δικαιούχων:
-+5% για ακίνητα σε ορεινές και νησιωτικές περιοχές,
-+5% για νέους ιδιοκτήτες έως 35 ετών,
-+5% για τρίτεκνους, πολύτεκνους και άτομα με αναπηρία.
Ωστόσο, ακόμα και αυτά τα κίνητρα ενδέχεται να μην είναι επαρκή, ειδικά σε νησιωτικές περιοχές, όπου οι μεταφορές υλικών αυξάνουν τα κόστη εργασίας.
Διαβάστε επίσης
Εκτός σχεδίου δόμηση: Επιχειρούν να προλάβουν κατασκευές στις Κυκλάδες πριν την αλλαγή του θεσμικού πλαισίου
Οίκος Bonhams: Πάνω από 4,3 εκατ. ευρώ για έργα Ελλήνων ζωγράφων – Η ελληνική τέχνη προσελκύει διεθνή fund
Πώς οι τουρίστες αξιολογούν την Ελλάδα στα social media – Αξιολόγηση της χειμερινής περιόδου
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο Θέμα.