
Παράλληλα, η διαδικασία των καταθέσεων και η ανάλυση του οικογενειακού περιβάλλοντος της 39χρονης είναι σε πλήρη εξέλιξη, ενώ ο 41χρονος κατηγορούμενος, ο οποίος έχει ομολογήσει την πράξη του, αναμένεται να απολογηθεί την Πέμπτη 4 Ιουνίου.
Ένα κρίσιμο ερώτημα που καλούνται να απαντήσουν οι Αρχές είναι πώς τα δύο κορίτσια, ηλικίας 6 και 10 ετών, δεν ξύπνησαν κατά τη διάρκεια της επίθεσης, όταν η μητέρα τους φώναζε βοήθεια, ενώ δέχονταν 45 μαχαιριές από τον πατέρα τους.
Υπάρχουν υποψίες ότι ο 41χρονος μπορεί να είχε χορηγήσει αναστολείς προτού διαπράξει το έγκλημα, προκειμένου να μην έχουν εποπτεία των γεγονότων. Το σενάριο αυτό ενισχύεται από την εύρεση κάρτας ηρεμιστικών μέσα στο σπίτι.
Κατά την άφιξη των αστυνομικών δυνάμεων, τα παιδιά εντοπίστηκαν σε ημιληθαίωση και μεταφέρθηκαν στο Νοσοκομείο Καλαμάτας. Με τη βοήθεια των αστυνομικών, απομακρύνθηκαν από την αναστάτωση και δεν ήρθαν αντιμέτωπες με τη σκηνή του εγκλήματος.
Εξετάζεται ωστόσο και η πιθανότητα τα κορίτσια να είχαν τρομοκρατηθεί από τους δυνατούς θορύβους της σύγκρουσης και να αποσύρθηκαν στο δωμάτιό τους, προτού αποκοιμηθούν. Οι εργαστηριακές αναλύσεις αναμένονται για να φωτίσουν τα γεγονότα.
Τα δύο ανήλικα κορίτσια υποβλήθηκαν σε γενικές και αιματολογικές εξετάσεις, προκειμένου να ανιχνευθεί εάν υπάρχει κάποια ουσία στον οργανισμό τους. Παράλληλα, εξακολουθούν να νοσηλεύονται ως μέτρο προστασίας, υπό τη διαρκή παρακολούθηση παιδοψυχολόγου.
Ο ειδικός ενδέχεται να προτείνει επιπλέον τοξικολογικές εξετάσεις για την ερμηνεία της υπόθεσης.
Ο 41χρονος, κατά την εμφάνισή του ενώπιον του ανακριτή, υποστήριξε ότι η 39χρονη τον προκάλεσε πρώτη, προκειμένου να δικαιολογήσει τη δράση του. Έθεσε στην διάθεση του ανακριτή φωτογραφίες με αμυχές, ισχυριζόμενος ότι προήλθαν από την συμπλοκή που προηγήθηκε.
Ωστόσο, οι μαρτυρίες των ατόμων που γνώριζαν το ζευγάρι παρουσιάζουν διαφορετική εικόνα. Υπάρχουν αναφορές ότι η 39χρονη βίωνε καθημερινό έλεγχο από τον σύζυγό της, ο οποίος παρακολουθούσε τις κινήσεις της και περιορίζει τις εξόδους της.
Σημαντικές είναι και οι αναφορές από φίλους της οικογένειας. Έχει καταγραφεί ότι το μεγαλύτερο από τα κορίτσια είχε εμπιστευτεί σε συμμαθήτρια ότι η μητέρα της σκεφτόταν να πάρει διαζύγιο.
Η φίλη της 39χρονης ανέφερε ότι όταν δεν κατέστη δυνατόν να την επικοινωνήσει, ενημέρωσε τις Αρχές. Αργότερα, ο 41χρονος επικοινώνησε μαζί της και την απείλησε με μήνυση.
Αναδείχθηκε επίσης ότι η 39χρονη την είχε προειδοποιήσει να μην αποκαλύψει τη γνώση της για βίαια περιστατικά, ζητώντας να παρουσιαστεί ως μια ανησυχία για την υγεία της.
Αρχικά, ο 41χρονος προσπάθησε να πείσει ότι η σύζυγός του αυτοτραυματίστηκε θυμίζοντας πως κατέφυγε σε βία εναντίον του. Μετά τις αντιφάσεις στα λεγόμενά του, τελικά ομολόγησε.
Σύμφωνα με πληροφορίες από γνωστά πρόσωπα της 39χρονης, αυτή απαρτιζόταν από διαφορετικά στοιχεία για να επικοινωνεί με φίλους και γονείς, αποφεύγοντας τις συγκρούσεις στον οικιακό χώρο.
Κατά τις ίδιες πηγές, όταν ο 41χρονος ανακάλυψε την ύπαρξη του λογαριασμού, δημιούργησε δικό του προφίλ για να επιβλέπει τις δραστηριότητές της.
Με μεγάλη συγκίνηση έγινε γνωστή μια πράξη αλληλεγγύης από τρία άτομα, που δεν γνώριζαν την 39χρονη αλλά προσφέρθηκαν να καλύψουν τα έξοδα της κηδείας της, όταν η οικογένεια αντιμετώπισε δυσκολίες και δεν υπήρχε κάποιος κοντινός συγγενής να αναλάβει το κόστος.
Η πράξη αυτή επιβεβαίωσε τη δύναμη της τοπικής κοινωνίας, αναδεικνύοντας την ανθρωπιά στον τόπο του δράματος.
Ο 41χρονος αναμένεται να απολογηθεί την Πέμπτη 4 Ιουνίου.
Η Ελληνική Αστυνομία ξεκαθάρισε τη θέση της σχετικά με τις αναφορές για προηγούμενα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας εναντίον της 39χρονης. Σε επίσημη ανακοίνωσή της, διευκρινίστηκε ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν βρίσκουν επιβεβαίωση στα στοιχεία των υπηρεσιών.
Συγκεκριμένα, το περιστατικό του Νοεμβρίου 2025 που αναφέρεται στα δημοσιεύματα, δεν αφορά καταγγελία για βία ή κακοποίηση. Η Αστυνομία αναφέρει ότι οι αστυνομικοί επισκέφθηκαν το σπίτι και βρήκαν τη γυναίκα καλά, χωρίς να αναφέρει περιστατικά βίας.
Επίσης, σύμφωνα με τα αρχεία, δεν είχε γίνει ποτέ στο παρελθόν καταγγελία για βία μεταξύ των δύο συζύγων. Η ΕΛ.ΑΣ. δηλώνει ότι συνεχίζεται η συλλογή μαρτυριών και στοιχείων που θα ενισχύσουν την υπόθεση.