
Από την Ξάνθη, η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος εκφράζει την αρχική της ικανοποίηση αναφορικά με τη συμμετοχή των δικηγόρων στη διαδικασία παροχής δωρεάν νομικής καθοδήγησης για τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας. Ωστόσο, επισημαίνει ότι ορισμένες διατάξεις της σχετικής Κοινής Υπουργικής Απόφασης έρχονται σε αντίθεση με την ουσία του δικηγορικού επαγγέλματος, καθώς θίγουν την ανεξαρτησία του και το δικηγορικό απόρρητο, ζητώντας την άμεση κατάργησή τους.
Επιπλέον, η Συντονιστική Επιτροπή εκφράζει τη διαφωνία της με μνημονευόμενη διάταξη της ΚΥΑ που αναφέρει ότι η εποπτεία υπαλλήλων του υπουργείου κατά τη διάρκεια της νομικής καθοδήγησης δεν συμβαδίζει με τις αρχές του δικηγορικού λειτουργήματος, ούτε με την ορθή παροχή νομικής συμβουλευτικής, όπως προβλέπουν οι ισχύουσες νομοθετικές ρυθμίσεις.
Στο πλαίσιο των αποφάσεών τους, οι εκπρόσωποι του δικηγορικού σώματος αποφάσισαν ότι δε θα συμμετάσχουν στην εφαρμογή της ΚΥΑ έως ότου καταργηθούν οι αμφισβητούμενες διατάξεις. Επιπλέον, προτείνουν στους Δικηγορικούς Συλλόγους να προχωρήσουν σε αποχή για τα μέλη του Μητρώου Δικηγόρων που καταγράφονται στην υπηρεσία του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου.
Η ανακοίνωση της Συντονιστικής Επιτροπής περιλαμβάνει τα εξής:
«Η Συντονιστική Επιτροπή θεωρεί ότι η συμμετοχή των δικηγόρων στη διαδικασία παροχής δωρεάν νομικής καθοδήγησης στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας εξέτασης αιτήσεων διεθνούς προστασίας αποτελεί, κατ’ αρχάς, θετική εξέλιξη. Ωστόσο, διατάξεις της αριθ. 120961/26 Κοινής Υπουργικής Απόφασης που καθορίζουν τις σχετικές προϋποθέσεις πλήττουν τον πυρήνα άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος, όπως αυτός καθορίζεται ιδίως από τον Κώδικα Δικηγόρων, τον Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγορικού Λειτουργήματος και τη Διεθνή Σύμβαση για την Προστασία του Δικηγορικού Επαγγέλματος.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται κυρίως στις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 3, που προβλέπει επιπρόσθετη αμοιβή δικηγόρου στην περίπτωση που αιτούντες ωφελούμενοι, οι οποίοι υπάγονται στη διαδικασία συνόρων και συνεπώς στερούνται ισχυρού προσφυγικού προφίλ, υποβάλλουν αίτηση εθελούσιας οικειοθελούς αναχώρησης εντός δύο (2) μηνών από την παροχή της καθοδήγησης προς αυτούς, και του άρθρου 13 παρ. 1 και 2, που προβλέπει τη δυνατότητα εξουσιοδοτημένου προσωπικού του Υπουργείου Μετανάστευσης, για σκοπούς εποπτείας και αξιολόγησης, να παρίσταται κατά τη διάρκεια συνεδρίας νομικής καθοδήγησης.
Οι διατάξεις αυτές έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το θεσμικό έργο του δικηγόρου, καθότι προσβάλλουν την ανεξαρτησία του, το δικηγορικό απόρρητο και την ηθική και ανθρωπιστική διάσταση του λειτουργήματος.
Η θέσπιση «κινήτρων» για την επίτευξη άλλων στόχων αλλά και η εποπτεία υπαλλήλων του Υπουργείου κατά την παροχή της νομικής καθοδήγησης δεν συνάδουν με τις αρχές που διέπουν το δικηγορικό λειτούργημα αλλά και με την προσήκουσα παροχή νομικής συμβουλευτικής, όπως καθορίζεται από τις σχετικές νομοθετικές και υπερνομοθετικές διατάξεις.
Υπενθυμίζουμε ότι και το Συμβούλιο Ευρωπαϊκών Δικηγορικών Συλλόγων (CCBE) έχει επισημάνει την ανάγκη διασφάλισης πλήρους ανεξαρτησίας των δικηγόρων που ασχολούνται με θέματα μετανάστευσης και παρέχουν νομική συμβουλευτική, καθώς επίσης και την ανάγκη αποφυγής αθέμιτων παρεμβάσεων στο έργο τους.
Η Συντονιστική Επιτροπή καταδικάζει απερίφραστα το περιεχόμενο των άνω διατάξεων και ζητά την άμεση κατάργησή τους.
Στο πλαίσιο αυτό, η Συντονιστική Επιτροπή:
1. Θα ζητήσει άμεσα συνάντηση με τον υπουργό Μετανάστευσης και Ασύλου.