
Σχεδόν ενάμιση μήνα μετά την εκδήλωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, οι επιπτώσεις του πολέμου είναι πλέον εμφανείς στην πραγματική οικονομία. Οι τιμές της ενέργειας, των λιπασμάτων και, τελικά, των τροφίμων αυξάνονται, επιβαρύνοντας το κόστος ζωής των καταναλωτών και συρρικνώνοντας την αγοραστική τους δύναμη.
Ο Δρ. Στέφανος Φωτίου, Διευθυντής Γραφείου Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης του FAO και υπεύθυνος του UN Food Systems Coordination Hub, μοιράζεται τις απόψεις του στον ιστότοπο newmoney, σχετικά με την εκτίμηση των συνεπειών του πολέμου στην παραγωγή και τις βασικές αδυναμίες που απορρέουν από την πρόσφατη εμπειρία στην Ουκρανία. Παράλληλα, τονίζει τη σημασία των βημάτων που χρειάζεται να γίνουν για να διασφαλιστεί η επισιτιστική ασφάλεια στην Ευρώπη.
Η συνέντευξη περιλαμβάνει τις εξής σημαντικές δηλώσεις του Δρ. Φωτίου:
– Πώς επηρεάζει ο πόλεμος τη διαθεσιμότητα τροφίμων σε παγκόσμια κλίμακα;
Σ.Φ: «Αυτή τη στιγμή, δεν εντοπίζουμε πραγματικές ελλείψεις τροφίμων σε παγκόσμιο επίπεδο. Όμως, ο FAO προειδοποιεί ότι η πολύμηνη διακοπή των ροών στο Στενό του Ορμούζ θα μπορούσε να επιφέρει σημαντικές επιπτώσεις στην παγκόσμια επισιτιστική κατάσταση.»
Ο Δρ. Φωτίου εξηγεί ότι τα προβλήματα που προκύπτουν στις επισιτιστικές κρίσεις δεν αρχίζουν από τα τρόφιμα αλλά σχετίζονται πρωτότυπα με τις διαταραχές στην ενέργεια. Στην αρχή μιας γεωπολιτικής κρίσης, οι ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου διαταράσσονται, κάτι που έχει άμεσες επιπτώσεις στις τιμές ενέργειας και, στη συνέχεια, στο κόστος μεταφοράς και παραγωγής τροφίμων.
Ακολουθώντας αυτή τη λογική, οι επιπτώσεις στην παραγωγή γίνονται ορατές από 2 έως 12 μήνες μετά την έναρξη των κρίσεων, με συνέπειες που ενδέχεται να επηρεάσουν τις τιμές και τους καταναλωτές μόνο μετά από 6 έως 12 μήνες. «Οι γρήγορες ανατιμήσεις σήμερα είναι το αποτέλεσμα διαδικασιών που έχουν ξεκινήσει μήνες πριν και οι σημερινές εξελίξεις δεν έχουν αποτυπωθεί ακόμα πλήρως», σημειώνει.
– Πώς αξιολογείτε την καταγραφή των παγκόσμιων τιμών τροφίμων;
Σ.Φ: «Ο δείκτης τιμών τροφίμων του FAO ανήλθε σε 128,5 μονάδες τον Μάρτιο, με σημαντικές ανατιμήσεις σε όλες τις κατηγορίες τροφίμων. Οι πιέσεις για τον Απρίλιο αναμένονται να είναι ακόμα μεγαλύτερες λόγω των πρόσφατων ναυτικών αποκλεισμών από τις ΗΠΑ.»
– Υπάρχουν ελλείψεις τροφίμων στην Ευρώπη και Ελλάδα σε αυτή τη φάση;
Σ.Φ: «Γενικά δεν βλέπουμε ελλείψεις, αλλά οι υψηλές τιμές μπορεί να είναι απαγορευτικές για πολλούς καταναλωτές. Η μετάδοση των ανατιμήσεων στα ράφια απαιτεί χρόνο και ενδέχεται να είναι ταχύτερη σε περιόδους κρίσης.»
Ο Δρ. Φωτίου αναλύει ότι οι αγορές αντεδρούν γρήγορα σε αυξήσεις, καθώς και τις διαρθρωτικές ανισορροπίες της αλυσίδας εφοδιασμού που παραμένουν ενοχλητικές, παρά τις πρόσφατες αλλαγές της πολιτικής, οι οποίες αποδεικνύονται ανίνδακτες στα πραγματικά ζητήματα.
– Όσον αφορά την προηγούμενη κρίση στην Ουκρανία, πιστεύετε ότι οι ευρωπαϊκές αγροδιατροφικές αγορές είναι καλύτερα προετοιμασμένες;
Σ.Φ: «Η κρίση του 2022 ανέδειξε τις ευαισθησίες του συστήματος, αλλά οι βασικές του αδυναμίες παραμένουν. Μπορεί να κρατήθηκε η αντίδραση σε επίπεδο πολιτικών, ωστόσο, δεν έχουν γίνει ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις.»
– Ποιες πολιτικές μπορούν να συμβάλλουν στη βιωσιμότητα του αγροτικού τομέα;
Σ.Φ: «Απαιτείται στρατηγική προσέγγιση που να εστιάζει στην κατανομή αξίας, μείωση κόστους και ανανέωση ανθρώπινου δυναμικού. Αποτελεσματική ρύθμιση της αγοράς και υποστήριξη στους αγρότες μέσω συνεταιρισμών είναι επίσης κλειδάνοι για τη βιωσιμότητα του τομέα.»
Η συζήτηση αυτή έρχεται σε μια εποχή όπου η επισιτιστική ασφάλεια της Ευρώπης βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο και είναι απαραίτητο να δοθούν συγκεκριμένες λύσεις για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που αντιμετωπίζει ο αγροτικός τομέας.