
Στις 28 Φεβρουαρίου, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ ξεκίνησαν τους στρατιωτικούς τους επιχειρηματικούς σχεδιασμούς κατά του Ιράν, σημειώνοντας την αρχή μιας κρίσης που σε μόλις 112 ημέρες πίεσε την παγκόσμια οικονομία σε πολλούς τομείς: ενέργεια, εμπόριο, ναυτιλία, πληθωρισμό, επιτόκια και εφοδιαστικές αλυσίδες. Σήμερα, Σάββατο 20 Ιουνίου, η διεθνής κοινότητα κρατά την ανάσα της, καθώς η συμφωνία που προγραμματιζόταν για την Παρασκευή 19 Ιουνίου δεν ολοκληρώθηκε. Η ανθρωπότητα αναμένει με αγωνία, καθώς η τύχη αυτής της συμφωνίας δεν κρίνεται μόνο η ειρήνη στον Περσικό Κόλπο, αλλά και η κατεύθυνση των τιμών ενέργειας παγκοσμίως.
Η τρέχουσα σύγκρουση στο Ιράν είναι περισσότερο από μία απλή γεωπολιτική κρίση με προσωρινές οικονομικές συνέπειες. Αποτελεί έναν καταλύτη που άλλαξε τη percepção κυβερνήσεων, επιχειρήσεων και αγορών σχετικά με την ενεργειακή ασφάλεια. Η σχεδόν πλήρης διακοπή των ροών πετρελαίου και φυσικού αερίου από τη Μέση Ανατολή αποκάλυψε την ευαλωτότητα της παγκόσμιας οικονομίας σε κομβικά θαλάσσια περάσματα, όπως είναι τα Στενά του Ορμούζ.
Πριν ξεκινήσει η κρίση, οι ημερήσιες ροές πετρελαίου από την περιοχή κυμαίνονταν γύρω στα 18 με 20 εκατομμύρια βαρέλια. Ωστόσο, το άγχος δεν προέρχεται μόνο από τις ποσότητες, αλλά κυρίως από την πιθανότητα οι ιρανικές δυνάμεις να παρεμποδίσουν εμπορικές διαδρομές, καθιστώντας πιο ακριβές τα κόστη μεταφοράς και τα ασφάλιστρα πολέμου, ανατρεπτικά για μία από τις πιο σημαντικές ενεργειακές οδούς παγκοσμίως.
Η κατάσταση δεν οδήγησε σε απαραίτητη εκτίναξη των τιμών, όπως θα συμβαίνα πιθανότατα σε προηγούμενες δεκαετίες. Σύμφωνα με το Reuters, οι ΗΠΑ έχουν εξελιχθεί σε ενεργειακή υπερδύναμη, αυξάνοντας την παραγωγή τους από περίπου 5,5 εκατομμύρια βαρέλια σε σχεδόν 20 εκατομμύρια. Ως συνέπεια, η αμερικανική αγορά είναι σήμερα λιγότερο εκτεθειμένη στο πετρέλαιο του Περσικού Κόλπου.
Αντίθετα, η μεγαλύτερη ευθύνη βαραίνει την Ασία. Κίνα και Ινδία είναι οι κύριοι προορισμοί για τις ροές που διέρχονται από το Ορμούζ, όπως τόνισε το Accociated Press, ενώ η Ευρώπη παραμένει εκτεθειμένη εξαιτίας της υψηλής εξάρτησής της από εισαγόμενη ενέργεια.
Παρά το έντονο στρατιωτικό εγχείρημα, η αγορά πετρελαίου παρουσίασε αντοχές. Το Brent ανέβηκε, αλλά δεν προσέγγισε υπερβολικά ύψη. Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι αν υπάρξει νέα ένταση, οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να φτάσουν πάλι τα 90 με 95 δολάρια το βαρέλι, αλλά το όριο των 100 δολαρίων θεωρείται δύσκολο να ξεπεραστεί σταθερά, εκτός και αν υπάρξει μια πλήρης και παρατεταμένη διακοπή των ροών.
Αυτό οφείλεται και στις εναλλακτικές διαδρομές αποστολής. Αγωγοί στη Σαουδική Αραβία και άλλες υποδομές εξαγωγής εκτός του Στενού του Ορμούζ επιτρέπουν την άφιξη μέρους των ποσοτήτων στις αγορές. Υπό αυτές τις συνθήκες, το ζήτημα δεν αφορά τις συνολικές ροές, αλλά μάλλον ένα μικρότερο πραγματικό έλλειμμα, γύρω στα 6 με 9 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η αγορά είναι απολύτως ασφαλής. Απλώς έχει περισσότερα «μαξιλάρια» από πριν. Στρατηγικά αποθέματα, αμερικανική παραγωγή, εναλλακτικοί αγωγοί και ευελιξία στη διύλιση έχουν περιορίσει τη διάδοση του σοκ. Ωστόσο, το γεωπολιτικό premium εξακολουθεί να παραμένει στις τιμές.
Σε θετική νότα, οι τιμές του πετρελαίου έχουν υποχωρήσει μετά την ανακοίνωση για κατάπαυση του πυρός μεταξύ του Ισραήλ και της υποστηριζόμενης από το Ιράν Χεζμπολάχ, που θα ισχύσει από τις 4 μ.μ. τοπική ώρα την Παρασκευή, σύμφωνα με τις δηλώσεις Αμερικανού αξιωματούχου.
Για το φυσικό αέριο, η εικόνα είναι αρκετά πιο περίπλοκη. Η αγορά LNG δεν δείχνει την ίδια ευελιξία. Απαιτεί ειδικές υποδομές για τη διαδικασία υγροποίησης, μεταφοράς και επαναεριοποίησης, και η αλλαγή προορισμού δεν είναι τόσο εύκολη συγκριτικά με το πετρέλαιο.
Μέσω των Στενών του Ορμούζ περνούν ουσιώδεις ποσότητες LNG από το Κατάρ, το οποίο αναλογεί σε περίπου 18% με 19% της παγκόσμιας παραγωγής. Γι’ αυτό, το TTF αντέδρασε πιο έντονα από ότι το πετρέλαιο, κινούμενο από επίπεδα κοντά στα 30 ευρώ/MWh στα 50 με 60 ευρώ/MWh.
Η Ευρώπη το γνωρίζει πολύ καλά. Μετά την ενεργειακή κρίση λόγω Ρωσίας, επένδυσε σε υποδομές LNG, αλλά παραμένει σε ευάλωτη θέση, ιδιαίτερα με την πλησίαση των εποχών πλήρωσης των αποθηκών ενόψει του χειμώνα.
Στην ελληνική αγορά, το βασικό ερώτημα είναι πότε και σε ποιο βαθμό θα γίνει αισθητή η αποκλιμάκωση στις αντλίες. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδωσε μήνυμα ότι η πτώση των διεθνών τιμών του πετρελαίου θα περάσει σύντομα στη βενζίνη και το diesel, υπογραμμίζοντας ότι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί είναι σε πλήρη ετοιμότητα ώστε οι μειώσεις να φτάσουν στον καταναλωτή. Παράλληλα, επισήμανε ότι το πετρέλαιο κίνησης συνεχίζει να επιδοτείται με 0,15 ευρώ ανά λίτρο αυτό τον μήνα.
Η μέση τιμή της αμόλυβδης αυξήθηκε από κοντά στα 1,75 ευρώ πριν την κρίση, ξεπερνώντας τα 2,15 ευρώ, ενώ το diesel πλησίασε τα 1,90 ευρώ.
Η πορεία είναι πλέον πτωτική, όμως η αποκλιμάκωση απαιτεί χρόνο. Στελέχη της αγοράς εκτιμούν ότι χρειάζεται περίπου ένας μήνας προκειμένου η χαμηλότερη διεθνής τιμή να αγγίξει την αλυσίδα: από την αγορά αργού μέχρι τη μεταφορά, διύλιση, διανομή και ανανέωση αποθεμάτων.
Ακόμα κι αν το Brent σταθεροποιηθεί σε χαμηλότερα επίπεδα, η τελική τιμή στην αντλία επηρεάζεται από φόρους, κόστη μεταφοράς, ασφάλιστρα και διεθνείς τιμές προϊόντων και περιθώρια διύλισης. Στην ελληνική αγορά, το μεγαλύτερο ποσοστό της τελικής τιμής σχετίζεται με φόρους και επιβαρύνσεις, περιορίζοντας το όφελος για τους καταναλωτές.
Τα ελληνικά διυλιστήρια διατηρούν ισχυρές βάσεις και αυξημένη ευελιξία στην επεξεργασία διαφορετικών τύπων αργού, με την συνολική ικανότητα της χώρας να παραμένει σημαντική για την ευρύτερη περιοχή. Ωστόσο, αυτό δεν εξασφαλίζει την προστασία των καταναλωτών από τις διεθνείς ανατιμήσεις. Η Ελλάδα έχει επάρκεια, αλλά όχι ανεξαρτησία από τις παγκόσμιες τιμές.
Η σύγκρουση στο Ιράν έφερε ταχύτατες αλλαγές που ήδη βρίσκονταν σε εξέλιξη. Χώρες που εξαρτώνται από εισαγόμενη ενέργεια αναζητούν εναλλακτικές πηγές προμήθειας. Παράγοντες εκτός της Μέσης Ανατολής, από τη Λατινική Αμερική έως την Αφρική, βλέπουν νέες ευκαιρίες για αύξηση του μεριδίου τους. Η Κίνα ενδυναμώνει τη θέση της, ειδικά με τις τεχνολογίες καθαρής ενέργειας, όπως φωτοβολταϊκά, ανεμογεννήτριες και συστήματα αποθήκευσης.
Η κρίση επίσης αναδεικνύει ότι η μετάβαση στις ΑΠΕ δεν είναι μόνο ζήτημα κλιματικής επιλογής, αλλά και ερώτημα οικονομικής και γεωπολιτικής ασφάλειας. Με την αύξηση της αστάθειας στις παραδοσιακές ενεργειακές οδούς, οι επενδύσεις σε καθαρή ενέργεια, αποθήκευση και πυρηνική παραγωγή γίνονται όλο και πιο ελκυστικές.
Η κατεύθυνση της συμφωνίας ΗΠΑ – Ιράν και το αν θα επανέλθει στις διαπραγματεύσεις είναι ένας παράγοντας που θα κρίνει την βραχυπρόθεσμη πορεία των αγορών. Ωστόσο, το πιο σημαντικό συμπέρασμα είναι ήδη σαφές: Η παγκόσμια οικονομία δεν πρόκειται να επιστρέψει στον κόσμο της 27ης Φεβρουαρίου. Ενώ το πετρέλαιο μπορεί να υποχωρήσει, σύμφωνα με το Reuters, οι τιμές στα βενζινάδικα μπορεί να δουν σταδιακές μειώσεις, αλλά η εποχή της σιγουριάς στις ροές ενέργειας έχει παρέλθει. Δυστυχώς, αυτό έχει άμεσες επιπτώσεις και για την Ελλάδα.
Διαβάστε επίσης
Ασανσέρ: Τελευταίες 10 ημέρες για την απογραφή πριν από ελέγχους και πρόστιμα
Πόσο χαμηλότερα μπορούν να φτάσουν οι τιμές του πετρελαίου μετά τη συμφωνία (γράφημα)
UniCredit: Νέο βήμα εξαγοράς της Commerzbank – Ανεβάζει στο 42,5% το ποσοστό της
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα