
Σύμφωνα με το πρόσφατο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Alpha Bank, η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται με ρυθμούς ταχύτερους από εκείνους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ωστόσο η παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει η κύρια πρόκληση για την πραγματική σύγκλιση με την ΕΕ.
Στις επισημάνσεις της τράπεζας, ο τίτλος «Παραγωγικότητα, Επενδύσεις και Διαρθρωτικές Προκλήσεις: Το Στοίχημα της Σύγκλισης της Ελληνικής Οικονομίας» αντικατοπτρίζει την αναγκαιότητα να ενισχυθεί η παραγωγικότητα προκειμένου να κλείσει η ψαλίδα μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ-27.
Η ελληνική οικονομία, τροφοδοτούμενη από την αύξηση της απασχόλησης καθώς και από την τουριστική και επενδυτική ζήτηση, συνεχίζει να αναπτύσσεται. Παρ’ όλα αυτά, η παραγωγικότητα της εργασίας υστερεί σε σύγκριση με τους Ευρωπαίους εταίρους. Η κρίση των τελευταίων ετών είχε ως αποτέλεσμα μειωμένες παραγωγικές επενδύσεις, ενώ η τελευταία χρονιά φαίνεται να φέρνει βελτίωση χάρη στο Ταμείο Ανάκαμψης. Ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός και η εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού διατυπώνονται ως κρίσιμοι παράγοντες για τη βιωσιμότητα της ανάπτυξης. Επιπλέον, η κυριαρχία των μικρών επιχειρήσεων δημιουργεί περιορισμούς στην παραγωγικότητα.
Η παραγωγικότητα της εργασίας υπολογίζεται ως ο λόγος του πραγματικού ΑΕΠ προς τον αριθμό απασχολούμενων ή τις συνολικές ώρες εργασίας. Ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας προκύπτει από τη σύνθεση μεταβολών στην απασχόληση και την παραγωγικότητα. Από το 2022, η παραγωγικότητα ανά απασχολούμενο έχει ενισχυθεί, με τις προβλέψεις να δείχνουν αύξηση του ΑΕΠ κατά 1% το 2026 και 1,2% το 2027, ενώ η απασχόληση θα ανέβει ήπια μόλις κατά 0,8% και 0,4% αντίστοιχα.

Η αύξηση των επενδύσεων τα τελευταία χρόνια έχει σχέση με τη βελτίωση της παραγωγικότητας, καθώς ο εκσυγχρονισμός της υποδομής ενισχύει την καινοτομία. Ο δείκτης επενδύσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ παρουσίασε ανοδική πορεία, φτάνοντας το 16,9% το 2025, ενώ οι επενδύσεις σε τεχνολογικό εξοπλισμό έχουν αυξηθεί σημαντικά. Οι συνδυασμένες δράσεις του Ταμείου Ανάκαμψης και των Δημοσίων Επενδύσεων αναμένονται να συνεχίσουν να ενισχύουν τη δραστηριότητα μέχρι το 2027, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προβλέπει αύξηση 7,3% το 2026.
Η παραγωγικότητα στην Ελλάδα επηρεάζεται από την κλαδική διάρθρωση της οικονομίας και το μέγεθος των επιχειρήσεων. Πολλές μικρές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στους τομείς των υπηρεσιών, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από χαμηλότερη παραγωγικότητα. Για παράδειγμα, οι υπηρεσίες, που περιλαμβάνουν εμπόριο και τουρισμό, αντιπροσωπεύουν περίπου το 25% της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας και απασχολούν το 37% τη συνολικής εργατικής δύναμης.

Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να αποδώσουν οικονομίες κλίμακας και να υιοθετήσουν νέες τεχνολογίες, με το 47,5% των εργαζομένων να απασχολείται σε αυτές. Αντίστοιχα, οι μεγάλες επιχειρήσεις –που καταγράφουν υψηλότερη παραγωγικότητα– απασχολούν μόλις το 15,4% του προσωπικού.

Συνολικά, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα παραμένει πίσω λόγω της διαρθρωτικής δομής της οικονομίας και της χαμηλής απόδοσης των μικρών επιχειρήσεων σε σύγκριση με το ευρωπαϊκό μέσο όρο. Παρά τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν, οι προβλέψεις για το 2026 μιλούν για πιθανή αύξηση της παραγωγικότητας των πολύ μικρών επιχειρήσεων, λόγω της αναμενόμενης ανάκαμψης στην Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία.
Διαβάστε επίσης:
Για περισσότερες ειδήσεις, επισκεφθείτε το Πρώτο Θέμα.