
Στις 3 Απριλίου, λίγες εβδομάδες μετά την εκκίνηση των επιθέσεων των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν, ο Ντόναλντ Τραμπ προειδοποίησε ότι η χώρα αυτή θα επιστρέψει στη… λίθινη εποχή υπό την πίεση των βομβαρδισμών. Ωστόσο, αυτή η δήλωση δεν ήταν απλώς μια απειλή, αλλά μια έμμεση παραδοχή αποτυχίας. Ο Τραμπ φαίνεται ότι αντιλήφθηκε, ή του εξήγησαν, πως η στρατηγική που είχε ακολουθήσει τον είχε οδηγήσει σε ήττα στον πόλεμο που αυθαίρετα είχε κηρύξει, παρασυρμένος από τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου, ο οποίος φέρεται να προσπαθούσε να αποκτήσει κάλυψη για την εμπλοκή του στο σκάνδαλο Επστάιν.
Πέντε ημέρες αργότερα, στις 8 Απριλίου, ο Τραμπ υπέγραψε την πρώτη εκεχειρία με το Ιράν και από τότε συνεχίζει να παρατείνει αυτή την εκεχειρία ανεξαρτήτως των προθέσεων της Τεχεράνης. Κατά συνέπεια, η επιχείρηση που είχε ξεκινήσει το τέλος Φεβρουαρίου με τον τίτλο «Επική Οργή» φαίνεται να έχει σταματήσει, καθώς ο πρόεδρος δουλεύει για να βρει μια λύση στο θέμα του εμπλουτισμένου ουρανίου και να εμφανίσει εαυτόν σαν νικητή στον πόλεμο.
Πολλά αμερικανικά ΜΜΕ έχουν αναφέρει ότι ο Τραμπ βρίσκεται σε αδιέξοδο σχετικά με τη στρατηγική του και έχει ανάγκη να πείσει τα πιστά μέλη του διασπασμένου MAGA και άλλους συντηρητικούς για την επιτυχία της επιχείρησης του. Είναι σίγουρο ότι δεν θα παραδεχθεί ποτέ την ήττα του, και μάλιστα με έναν τρόπο που θα μπορούσε να θεωρηθεί γελοίος.
Στην αρχή της «Επικής Οργής», οι στόχοι επισημάνθηκαν σαφώς από τους Τραμπ και Νετανιάχου, όπως η πτώση του καθεστώτος στην Τεχεράνη και η εγκαθίδρυση μιας νέας φιλοδυτικής κυβέρνησης. Παρά τις προσδοκίες τους, οι στόχοι αυτοί έχουν αποτύχει, και η ανθεκτικότητα του ιρανικού καθεστώτος φαίνεται μεγαλύτερη από ό,τι είχε υπολογιστεί.
Αναμένοντας την αντίσταση του Ιράν, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ δεν ήταν προετοιμασμένα για την αντίδραση, με την ιρανική στρατηγική να μεταφέρει τη σύγκρουση από το στρατιωτικό πεδίο στην οικονομία, ελέγχοντας κλειδωμένα σημεία ισχύος όπως τα Στενά του Ορμούζ.
Οι συνέπειες αυτού του πολέμου είναι ήδη σημαντικές και θα συνεχίσουν να επηρεάζουν τις διεθνείς αγορές, με αυξανόμενες τιμές πετρελαίου, ιδίως στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Οι Ευρωπαίοι είχαν νωρίς κατανοήσει την κατάσταση και απέφυγαν να εμπλακούν στα σχέδια των ΗΠΑ και του Ισραήλ, ενώ ο Τραμπ επηρεάστηκε και από τις αντιπαραθέσεις με ηγέτες κρατών όπως η Γαλλία και η Γερμανία.
Η οξύτητα των καταστάσεων που δημιουργήθηκαν στην περιοχή είναι ανησυχητική, και η πολιτική αποτυχία του Τραμπ να οικοδομήσει σχέσεις με στρατηγικούς συμμάχους, όπως η Σαουδική Αραβία, επιτείνει την εντύπωση μιας διεθνούς απομόνωσης του αμερικανικού ηγέτη. Αυτό προκαλεί σοβαρές ανησυχίες για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει αυτή η αποξένωση στην παγκόσμια σταθερότητα.
Διαβάστε επίσης