free counter Λειψυδρία: ΕΥΔΑΠ και ΕΑΓΜΕ μελετούν το υπέδαφος για την ύδρευση της Αττικής | Briefly.gr

Λειψυδρία: ΕΥΔΑΠ και ΕΑΓΜΕ μελετούν το υπέδαφος για την ύδρευση της Αττικής

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ4 Ιουλίου, 2026

Η Αττική επανεξετάζει τις υπόγειες πηγές της Βοιωτίας, αναζητώντας εφεδρείες νερού που είχαν χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της κρίσης λειψυδρίας της δεκαετίας του 1990. Αυτή τη φορά, οι συνθήκες είναι διαφορετικές, με αυξημένες ανάγκες και πιο αυστηρές απαιτήσεις για την αντοχή των υδροφορέων. Η ΕΥΔΑΠ και η ΕΑΓΜΕ πραγματοποιούν επαναξιολόγηση των γεωτρήσεων της περιοχής, ενώ στην Κωπαΐδα έχουν ήδη ξεκινήσει δοκιμαστικές γεωτρήσεις και αντλήσεις, που δείχνουν ότι υπάρχει διαθέσιμο υπόγειο νερό.

Προς το παρόν, ωστόσο, δεν υφίσταται σχέδιο για την άμεση μεταφορά νερού στην Αθήνα ή την ενεργοποίηση νέου δικτύου γεωτρήσεων. Η διαδικασία αφορά την επαναχαρτογράφηση μιας παλιάς εφεδρείας, η σημασία της οποίας έχει αλλάξει από τη δεκαετία του 1990. Ο προϊστάμενος του Τμήματος Υδρογεωλογίας και Υδρολογίας της ΕΑΓΜΕ, Βασίλειος Ζόραπας, ανέφερε ότι τότε οι ανάγκες της ΕΥΔΑΠ ήταν σχεδόν οι μισές από αυτές που παρατηρούνται σήμερα, και οι γεωτρήσεις της Βοιωτίας κάλυπταν πάνω από το 50% των αναγκών. Σήμερα, ακόμα και αν οι γεωτρήσεις μπορούσαν να αποδώσουν ανάλογες ποσότητες, η συνεισφορά τους θα ήταν περίπου 25% των τωρινών απαιτήσεων.

Αυτό εξηγεί γιατί η Βοιωτία επανέρχεται στο επίκεντρο των προσοχών, όχι ως εύκολη λύση, αλλά ως τομέας νέας επιστημονικής αξιολόγησης. Οι απαιτήσεις για νερό στην Αττική έχουν αυξηθεί σημαντικά, ενώ οι πιέσεις στους διαθέσιμους πόρους έχουν κλιμακωθεί λόγω του τουρισμού, των αρδευτικών αναγκών και της κλιματικής αλλαγής. Επομένως, η προηγούμενη προσέγγιση της δεκαετίας του ’90 δεν μπορεί να εφαρμοστεί αυστηρά, καθώς είναι σημαντικό να αξιολογηθεί όχι μόνο η ποσότητα του διαθέσιμου νερού, αλλά και η διάρκεια, η ποιότητά του και η διατήρηση της ισορροπίας των οικοσυστημάτων.

Ο διευθύνων σύμβουλος της ΕΥΔΑΠ, Χαράλαμπος Σαχίνης, επεσήμανε ότι η Κωπαΐδα είναι μία από τις περιοχές που αναλύονται για τη βέλτιστη διαχείριση της υδατικής υποδομής. Υπέδειξε ότι κάτω από την πρώην λίμνη υπάρχουν υπόγεια νερά σε σχετικά ρηχά βάθη, με τις δοκιμαστικές γεωτρήσεις και αντλήσεις να καταδεικνύουν την ύπαρξη διαθέσιμου νερού. Ωστόσο, η αξιολόγηση αυτής της κατάστασης απαιτεί διαρκείς δοκιμές προκειμένου να διασφαλιστεί η μακροχρόνια βιώσιμη εκμετάλλευση των υδροφορέων.

Η οικονομική διάσταση

Το οικονομικό κόστος των προτάσεων αυτών είναι κομβικό. Στη συζήτηση υπογραμμίστηκε ότι η αφαλάτωση προσεγγίζει το ένα ευρώ ανά κυβικό μέτρο, ενώ άλλες μακροπρόθεσμες λύσεις μπορεί να έχουν σημαντικά χαμηλότερο κόστος, γύρω στα 20 λεπτά ανά κυβικό. Ως εκ τούτου, οι γεωτρήσεις, οι υφιστάμενες ταμιευτήρες και η επαναχρησιμοποίηση του νερού εξετάζονται όχι μόνο ως τεχνικές λύσεις, αλλά και ως στρατηγικές που θα επηρεάσουν την τιμή του νερού στο μέλλον.

Ο καθηγητής Υδρογεωλογίας του ΑΠΘ, Κωνσταντίνος Βουδούρης, τοποθέτησε το ζήτημα σε πλαίσιο ευρύτερης διαχείρισης, χαρακτηρίζοντας την κατάσταση «υδατική χρεοκοπία», όπου η ζήτηση υπερβαίνει τη διαθέσιμη ποσότητα νερού οδηγώντας σε ελλείμματα. Κατά τον ίδιο, η επίλυση των προβλημάτων λειψυδρίας συνοψίζεται σε τρεις βασικούς άξονες: την εξοικονόμηση, την αποθήκευση και την επαναχρησιμοποίηση.

Άμεση προτεραιότητα είναι η μείωση της σπατάλης. Υποστήριξε ότι μέχρι και το 30% των σημερινών ποσοτήτων θα μπορούσε να εξοικονομηθεί μέσω της μείωσης διαρροών στα δίκτυα, της αναβάθμισης των αρδευτικών υποδομών, και της ορθολογικότερης χρήσης του νερού στη γεωργία. Επομένως, η συζήτηση για νέες γεωτρήσεις πρέπει να συνδυαστεί με τη μείωση των απωλειών και τη βελτίωση της αποδοτικότητας των ήδη υφιστάμενων συστημάτων.

Δεύτερη προτεραιότητα είναι η αποθήκευση. Οι αλλαγές στα μοτίβα βροχοπτώσεων έντονα έχουν ως αποτέλεσμα λιγότερη βροχή, αλλά και συγκέντρωση μεγάλων ποσοτήτων σε μικρό χρονικό διάστημα. Χωρίς τις κατάλληλες υποδομές αποθήκευσης, μεγάλο μέρος του νερού απορρέει στη θάλασσα χωρίς να είναι διαθέσιμο κατά τις ξηρές περιόδους, όταν οι ανάγκες για αρδευτικές και τουριστικές χρήσεις αυξάνονται. Σε αυτή τη βάση, η εκμετάλλευση επιφανειακών ταμιευτήρων και η διαχείριση των χειμερινών απορροών είναι κρίσιμης σημασίας.

Ποιότητα νερού

Η συνεργασία μεταξύ ΕΥΔΑΠ και ΕΑΓΜΕ είναι καίρια, καθώς η αξιολόγηση των γεωτρήσεων περιλαμβάνει όχι μόνο τον εντοπισμό νέων πηγών άντλησης, αλλά και την εκτίμηση των διαθέσιμων ποσοτήτων και της κατάστασης των υδροφορέων. Ο γενικός γραμματέας Φυσικού Περιβάλλοντος και Υδάτων, Πέτρος Βαρελίδης, σημείωσε ότι η ΕΑΓΜΕ συνεργάζεται με δήμους και για την αναζήτηση υπόγειων υδάτων σε περιφέρειες.

Η νέα αξιολόγηση στη Βοιωτία είναι επίσης κρίσιμη και από ποιοτική άποψη. Παλαιές γεωτρήσεις μπορεί να έχουν υποστεί τις συνέπειες υπεραντλήσεων ή υφαλμύρινσης, άρα η εξέταση ξεπερνά την απλή καταγραφή διαθέσιμου νερού και περιλαμβάνει και την βιωσιμότητα της εκμετάλλευσής του.

Η Βοιωτία συνδέεται στενά με την υδροδότησή της Αττικής και τις αρδευτικές ανάγκες της Κωπαΐδας. Ο Χαράλαμπος Σαχίνης ανέφερε ότι η ΕΥΔΑΠ ολοκλήρωσε σε 40 ημέρες έργο που εξασφάλισε νερό για τους αγρότες της περιοχής όταν η στάθμη της Υλίκης υποχώρησε. Έτσι, η Βοιωτία δεν αξιολογείται μόνο ως πιθανή εφεδρεία για την Αθήνα, αλλά και ως κομμάτι ενός συνολικού δικτύου αλληλεπίδρασης ύδρευσης και άρδευσης.

Στο σχέδιο της ΕΥΔΑΠ περιλαμβάνονται η αξιοποίηση της Υλίκης, οι προσαρμογές στην διαχείριση του Εύηνου, αντλήσεις από τη Μαυροσουβάλα και τη Βοιωτία. Βλέποντας τις προοπτικές, επιδιώκεται η ανάπτυξη ενός μίγματος προμηθευτών και έργων που θα προσφέρει ασφάλεια στην υδροδότηση με μειωμένο κόστος για τον χρήστη.

Εστίαση στην Ψυτάλλεια – Έγκριση μελέτης από το Δ.Σ.

Ο τρίτος άξονας αφορά την επαναχρησιμοποίηση των επεξεργασμένων λυμάτων. Σύμφωνα με τον κ. Βουδούρη, η Ελλάδα αξιοποιεί σήμερα μόλις το 5% των συγκεκριμένων ποσοτήτων. Διαπιστώνεται ότι περίπου ένα εκατομμύριο κυβικά μέτρα επεξεργασμένου νερού ημερησίως από την Ψυτάλεια απορρίπτονται στη θάλασσα, ενώ 250.000 κυβικά μέτρα καθημερινά φτάνουν στον Θερμαϊκό. Οι εκτιμήσεις του υποδεικνύουν πως η αξιοποίηση αυτών των ποσοτήτων για αρδευτικές χρήσεις θα μπορούσε να απελευθερώσει υπόγειους πόρους για ύδρευση.

Περίπλοκες σε αυτή τη διαδικασία είναι οι διαστάσεις ποιότητας. Η καθηγήτρια Υδρογεωλογίας–Υδροχημείας του Πανεπιστημίου Πατρών, Ελένη Ζαγγανά, τόνισε ότι η λειψυδρία επιβαρύνει και τους επιφανειακούς και τους υπόγειους υδατικούς πόρους. Η πτώση της στάθμης των υπόγειων υδροφορέων στις παράκτιες περιοχές ενδέχεται να προκαλέσει την υφαλμύνση. Αν το νερό αυτό γίνει υφάλμυρο, καθίσταται ακατάλληλο για ύδρευση, άρδευση ή τουριστικές χρήσεις, και φαινόμενα όπως αυτό είναι ήδη εμφανή σε αρκετά νησιά.

Αναφορικά με τα επιφανειακά ύδατα, η μείωση της ανανέωσης σε περίοδοι ξηρασίας συμβάλλει σε υψηλότερες συγκεντρώσεις ρύπων. Τέτοιες συνθήκες, συνδυαζόμενες με υψηλές θερμοκρασίες, ενδέχεται να προκαλέσουν ευτροφισμό και εξέλιξη φυκών. Στη συζήτηση αναδείχθηκε και η επιτακτική ανάγκη για αυστηρό έλεγχο των ανακτημένων υδάτων από φαρμακευτικές ουσίες και άλλες επιβλαβείς ενώσεις.

Ο Βασίλειος Ζόραπας καθόρισε το πλαίσιο της λειψυδρίας, υποδεικνύοντας ότι εξαρτάται από τρεις βασικούς παράγοντες: κλιματικές συνθήκες, υδρογεωλογικά χαρακτηριστικά και ανθρωπογενείς πιέσεις. Αυτές περιλαμβάνουν υπεραντλήσεις, υφαλμύρινση, ακατάλληλες πρακτικές χρήσης και ανεπάρκεια υποδομών.

Διαβάστε επίσης

Sidebar
Loading

Signing-in 3 seconds...

Signing-up 3 seconds...