
Η Ελλάδα διατηρεί το ιδιωτικό της χρέος σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, ενώ η αγορά ακινήτων αντιμετωπίζει έντονες πιέσεις, με τους συνταξιούχους να πλήττονται από τη μειωμένη αγοραστική τους δύναμη. Αυτές οι διαπιστώσεις προέρχονται από το πρόσφατο Τριμηνιαίο Δελτίο του Ιδρύματος Οικονομικών & Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), που εκπονήθηκε με τη συνεργασία της CEPAL και αναλύει στοιχεία από τη ReDataset.
Η έρευνα αποτυπώνει την ελληνική οικονομία ως μια οντότητα δύο ταχυτήτων. Από τη μία, η χώρα σημειώνει ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με την ΕΕ, από την άλλη, η συγκέντρωση του χρέους, οι δομικές ανισορροπίες και η στεγαστική κρίση δημιουργούν προκλήσεις για πολίτες και επιχειρήσεις.
Το πρώτο εξάμηνο του 2026 συνοδεύεται από επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας, με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή να συμβάλλει στη νέα άνοδο των τιμών ενέργειας και στην αύξηση του πληθωρισμού. Παρ’ όλα αυτά, η ελληνική οικονομία παρουσιάζει ανθεκτικότητα, καταγράφοντας αύξηση 2% στο πρώτο τρίμηνο του 2026, σε αντίθεση με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο που ανέρχεται στο 0,3%. Αυτή η ανάπτυξη οφείλεται κυρίως σε επενδύσεις και εξαγωγές.
Ωστόσο, το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι οι προκλήσεις είναι σημαντικές, με επίκεντρο τον δομικό πληθωρισμό, τη χαμηλή αποταμίευση των νοικοκυριών και το υψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, το συνολικό ιδιωτικό χρέος, που περιλαμβάνει οφειλές προς τράπεζες, υπηρεσίες, δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία, έχει φτάσει τα 417 δισ. ευρώ, που ισοδυναμεί με το 168% του ΑΕΠ της χώρας. Αυτή η αύξηση αποδίδεται στην πιστωτική επέκταση και στη συνεχιζόμενη αύξηση απλήρωτων υποχρεώσεων.
Ειδικότερα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές έχουν φτάσει τα 237,8 δισ. ευρώ, καλύπτοντας το 57% του συνολικού χρέους. Περίπου το 70% αυτών (περίπου 165,2 δισ. ευρώ) αφορά οφειλές προς την ΑΑΔΕ και τον ΕΦΚΑ.
Τα δάνεια των νοικοκυριών εκτινάχθηκαν στα 251,9 δισ. ευρώ, με τα επιχειρηματικά δάνεια να διαδραματίζουν κυρίαρχο ρόλο. Τα «κόκκινα» δάνεια παραμένουν στο 30% όσων χορηγούνται, με τους διαχειριστές απαιτήσεων να κατέχουν το 92% των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Εν τω μεταξύ, οι πλειστηριασμοί επιβραδύνθηκαν, καθώς μόλις 1 στις 7 προγραμματισμένες δημοπρασίες ολοκληρώνεται.
Η αγορά ακινήτων συνεχίζει να αναπτύσσεται, ενισχυόμενη από ρεκόρ ξένων επενδύσεων. Στο πρώτο τρίμηνο του 2026, οι τιμές των ακινήτων αυξήθηκαν περαιτέρω, με τα διαμερίσματα ενός υπνοδωματίου να καταγράφουν ετήσια αύξηση 5%-8%.
Αν και οι νέες εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων αυξάνονται, παραμένουν χαμηλές, με αποτέλεσμα το πρόβλημα της προσιτότητας να εντείνεται για τα ελληνικά νοικοκυριά.
Η έκθεση εξετάζει επίσης την κατάσταση των συντάξεων γήρατος, διαπιστώνοντας μια απογοητευτική εικόνα για τους δικαιούχους, με τη μέση σύνταξη να παραμένει σχεδόν αμετάβλητη σε πραγματικούς όρους από το 2019 έως το 2025.
Η αγοραστική δύναμη των συνταξιούχων δεν ανακάμπτει, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις εξουδετερώνουν τις όποιες αυξήσεις. Παράλληλα, έχει παρατηρηθεί μείωση του χάσματος μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, κυρίως λόγω της υποχώρησης της μέσης σύνταξης των δημοσίων υπαλλήλων. Σημειώνεται ότι το 89% των συνταξιούχων είναι άνω των 65 ετών.
Οι προοπτικές για το υπόλοιπο του 2026 παραμένουν απαιτητικές, καθώς οι υψηλές επιτοκιακές πολιτικές και οι προσδοκίες για αύξηση των τιμών των ακινήτων καθιστούν δύσκολη την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Δείτε εδώ την έκθεση του ΙΟΒΕ
Διαβάστε ακόμη
Bank of America: Το ελληνικό story περνά σε πιο ώριμη φάση
Global Wealth Report: Νέο ρεκόρ, στους 3.302 οι δισεκατομμυριούχοι του πλανήτη – Η θέση της Ελλάδας
ΑΠΣΙ Πίνδος: Δημόσια πρόσκληση συνεργασίας στον Συνεταιρισμό Άρτας μετά το deal της Νιτσιάκος
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο Θέμα