
Η Ελλάδα, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, είναι στο επίκεντρο αυτής της κρίσης. Η Μεσόγειος φιλοξενεί κάποια από τα πιο ευάλωτα σημεία της Γης, με ποσοστά θέρμανσης που είναι πολύ πιο υψηλά σε σχέση με τον παγκόσμιο μέσο όρο. Παρά τις θετικές εξελίξεις των τελευταίων τριών δεκαετιών, η ατμοσφαιρική ρύπανση παραμένει σημαντικός παράγοντας κινδύνου που απειλεί τη δημόσια υγεία.
Για τη σοβαρότητα της κατάστασης μίλησε στο protothema.gr ο Πρόδρομος Ζάνης, καθηγητής Μετεωρολογίας και Κλιματολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε η ποιότητα του αέρα και η κατάταξη των ελληνικών πόλεων σε μία κλίμακα από το 1 έως το 10. Ο κ. Ζάνης δήλωσε: «Η Ελλάδα δεν συγκαταλέγεται στις καθαρότερες χώρες της Ευρώπης, αλλά απέχει πολύ από το να συγκαταλέγεται στις πιο ρυπασμένες παγκοσμίως. Η αέρια ρύπανση στις ελληνικές πόλεις έχει παρουσιάσει θετική εξέλιξη τα τελευταία 30 χρόνια με σημαντικές μειώσεις στους ρύπους που παρακολουθούνται, αν και τα λεπτά σωματίδια PM10 και PM2.5 συνεχίζουν να προκαλούν ανησυχία».
Ο καθηγητής τόνισε πως «η βελτίωση οφείλεται σε ευρωπαϊκές νομοθεσίες σχετικά με τη χρήση καυσίμων και την εκπομπή ρυπογόνων αερίων», ενώ πρόσθεσε ότι οι επιπτώσεις των λεπτών σωματιδίων και του όζοντος κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού παραμένουν σοβαρές προκλήσεις για τη δημόσια υγεία. Όπως ενημέρωσε, «το 2019, η ατμοσφαιρική ρύπανση ήταν υπεύθυνη για το 5% των θανάτων στην Ελλάδα, ποσοστό 1% υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρώπης».
Αναφερόμενος στη Θεσσαλονίκη, ο κ. Ζάνης επεσήμανε:«Η πόλη έχει αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα με την υπέρβαση των ορίων για τα σωματίδια PM10 από το 2005 έως το 2019. Η Ελλάδα έχει καταδικαστεί για την κακή ποιότητα του αέρα στην περιοχή».
«Μόνο το 2019 καταγράφηκαν 67 ημερήσιες υπερβάσεις για PM10 αντί των 35 που επιτρέπονται από την ΕΕ. Παρόλο που στα τελευταία 5 χρόνια οι υπερβάσεις έχουν μειωθεί, οι περισσότερες πόλεις συνεχίζουν να ξεπερνούν τις προτεινόμενες τιμές του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας».
Ο καθηγητής σημείωσε πως η αξιολόγηση της ποιότητας του αέρα δεν είναι απλή διαδικασία: «Ανταγωνίζοντας τα αστικά κέντρα της Ινδίας με αυτά της Σκανδιναβίας, θα έδινα γενικά ένα μέτριο προς καλό βαθμό στην πλειονότητα των ελληνικών πόλεων και ένα μέτριο βαθμό στις Αθήνα και Θεσσαλονίκη».
Στην καθοριστική αυτή συζήτηση, τονίστηκε ο ρόλος των ρύπων που δεν μετρούνται κανονικά. «Οι σταθμοί μέτρησης παρακολουθούν κυρίως τους ρύπους που βρίσκονται στα ευρωπαϊκά πρότυπα, όπως το PM₂.₅, αλλά υπάρχουν και άλλες οργανικές ενώσεις που είναι τοξικές αλλά δεν παρακολουθούνται τακτικά», δήλωσε ο καθηγητής.
Προειδοποίησε επίσης για τις επιπτώσεις από την έλλειψη συστηματικών μετρήσεων, ιδίως για συγκεκριμένες πτητικές οργανικές ενώσεις που απελευθερώνονται στα εσωτερικά περιβάλλοντα και μπορεί να προκαλέσουν προβλήματα υγείας.
Η συζήτηση επεκτάθηκε στα κλιματικά φαινόμενα που πλήττουν τη Μεσόγειο. «Τα νούμερα θέρμανσης στη Μεσόγειο είναι αναμφισβήτητες, με επιπτώσεις που γίνονται ήδη αισθητές», ανέφερε ο κ. Ζάνης, και πρόσθεσε πως οι αλλαγές αυτές δείχνουν πως η περιοχή είναι πιο ευάλωτη στην κλιματική αλλαγή από άλλες περιοχές του πλανήτη.
«Να περιμένουμε αύξηση της θερμοκρασίας κατά 1,2°C έως 4,3°C στους επόμενους δεκαετίες, ανάλογα με τις εκπομπές CO2. Αυτό ενδέχεται να επηρεάσει τη βροχόπτωση, με πιθανές μειώσεις της τάξεως του 3% έως 16%», προειδοποίησε.
Απαντώντας σε ερωτήσεις σχετικά με τα πρόσφατα ακραία καιρικά φαινόμενα, ο καθηγητής εξήγησε: «Είναι δύσκολο να αποδώσουμε ορισμένα γεγονότα μόνο στην ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή. Ωστόσο, τα τελευταία 50 χρόνια έχουν εμφανιστεί σημαντικές αλλαγές στην καύσωνα και τις πλημμύρες, και η αυξανόμενη ευαισθητοποίηση του κοινού αναφορικά με αυτά τα φαινόμενα είναι πιο αναγκαία από ποτέ».
Ο κ. Ζάνης τόνισε πως οι προσομοιώσεις δείχνουν ότι οι καλοκαιρινοί μήνες της Ελλάδας θα γίνουν ακόμη πιο ζεστοί, με δεκάδες ημέρες που μπορεί να ξεπερνούν τους 35°C.
Στο τέλος, ο καθηγητής επεσήμανε τη σημασία παγκόσμιων συνεργασιών καθορίζοντας προτεραιότητες για τη μείωση των εκπομπών και την αύξηση της ανθεκτικότητας στις κλιματικές αλλαγές. «Η Ελλάδα οφείλει να επιμείνει στην προσπάθεια συμμόρφωσης με τις φιλοδοξίες για κλιματική ουδετερότητα και ταυτόχρονα να ενισχύσει στρατηγικές για την προστασία της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος» εν κατακλείδι.