
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αναλάβει πρωτοβουλία με στόχο τη μείωση των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος, εστιάζοντας στην ψηφιοποίηση των δικτύων και τη βελτίωση της αξιοποίησης των υπαρχόντων υποδομών. Η νέα πρόταση Κανονισμού περιγράφει μέτρα για τον περιορισμό του αυξανόμενου κόστους που προκύπτει από την ενεργειακή μετάβαση, με επίκεντρο την παρέμβαση στους παράγοντες που συντελούν στο τελικό κόστος για τις οικογένειες και τις επιχειρήσεις.
Κεντρική ιδέα του σχεδίου είναι η εκτενής εγκατάσταση έξυπνων μετρητών, οι οποίοι θεωρούνται κρίσιμης σημασίας για την εφαρμογή δυναμικών τιμολογίων και τη μεταφορά της κατανάλωσης σε περιόδους περίσσειας και μειωμένου κόστους ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.
Για πρώτη φορά, θεσπίζονται υποχρεωτικοί στόχοι σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Μέχρι το τέλος του 2030, τουλάχιστον το 50% του συνόλου των τελικών καταναλωτών σε κάθε κράτος-μέλος θα πρέπει να έχει προμηθευτεί έξυπνο μετρητή, με τον στόχο αυτό να αυξάνεται στο 75% μέχρι το 2033. Οι χώρες με πολύ χαμηλά επίπεδα κάλυψης θα έχουν τη δυνατότητα να λάβουν περιορισμένες αναβολές.
Η Επιτροπή εκτιμά ότι χωρίς την απαραίτητη ψηφιακή υποδομή, οι καταναλωτές δεν μπορούν να αντιδρούν στα σήματα των τιμών ή να αξιοποιούν πλήρως ευέλικτα προϊόντα προμήθειας. Οι έξυπνοι μετρητές δίνουν τη δυνατότητα σε καταναλωτές να παρακολουθούν την κατανάλωσή τους και το κόστος, ώστε να προγραμματίζουν τη χρήση τους σε ώρες εκτός αιχμής.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του λειτουργικού κόστους του ηλεκτρικού συστήματος και της ανάγκης για νέες επενδύσεις για την κάλυψη των ωρών υψηλής ζήτησης.
Η πρόταση επικεντρώνεται στις χρεώσεις δικτύου, που αντιπροσωπεύουν κατά μέσο όρο το 24%-29% του λογαριασμού ηλεκτρικής ενέργειας των ευρωπαϊκών νοικοκυριών. Ορισμένες μελέτες προβλέπουν αύξηση αυτών των χρεώσεων τα επόμενα χρόνια, καθώς η ενσωμάτωση περισσότερων ανανεώσιμων πηγών, η ηλεκτροκίνηση και οι αντλίες θερμότητας απαιτούν την ανάπτυξη πιο ισχυρών δικτύων.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της ACER, οι ετήσιες επενδύσεις στα ευρωπαϊκά δίκτυα πρέπει να διπλασιαστούν, ακόμα και να τριπλασιαστούν, φθάνοντας τα 75-100 δισ. ευρώ ετησίως μέχρι το 2050. Χωρίς μέτρα αποδοτικότητας, το συνολικό κόστος των δικτύων ενδέχεται να ανέλθει έως και 60% σε σχέση με το 2022.
Ως εκ τούτου, η Επιτροπή προσπαθεί να περιορίσει την επιβάρυνση των λογαριασμών, ενθαρρύνοντας τους διαχειριστές να αξιοποιούν πλήρως τις υπάρχουσες υποδομές.
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα κληθούν να εφαρμόσουν περισσότερους δείκτες αποδοτικότητας στους τρόπους καθορισμού των χρεώσεων, ενθαρρύνοντας τη χρήση του δικτύου σε ώρες και περιοχές με διαθέσιμη χωρητικότητα, αποφεύγοντας τις περιόδους αιχμής.
Συγχρόνως, θα εξεταστούν επιλογές όπως η αποθήκευση ενέργειας, οι ευέλικτες συνδέσεις και η ανταλλαγή δεδομένων, προκειμένου να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα των δικτύων και να εγκλιματιστούν οι υποδομές πριν από την απόφαση για νέες κατασκευές.
Επιπλέον, αναμένεται να αξιοποιηθούν εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για να προκύψει πιο ακριβής εικόνα της κατάστασης των δικτύων και να γίνουν παρεμβάσεις σε σχεδόν πραγματικό χρόνο.
Ο δεύτερος βασικός τομέας της πρότασης εστιάζει στη φορολογία. Η Κομισιόν τονίζει ότι η ηλεκτρική ενέργεια δεν θα πρέπει να επιβαρύνεται με περισσότερους φόρους από ό,τι το φυσικό αέριο, προκειμένου να αποτραπούν οι φορολογικές ανισότητες που καθιστούν ορισμένες χώρες φθηνότερες για τα ορυκτά καύσιμα.
Σκοπός είναι η ηλεκτρική ενέργεια να καταστεί πιο ανταγωνιστική στον τομέα της θέρμανσης, των μεταφορών και της βιομηχανικής παραγωγής, προωθώντας τον εξηλεκτρισμό της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Παράλληλα, υπάρχει προοπτική εφαρμογής μειωμένων ή ακόμη και μηδενικών συντελεστών φόρου κατανάλωσης για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις.
Η Κομισιόν θεωρεί ότι η μείωση της φορολογίας θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και θα λειτουργήσει ως κίνητρο για τη μετάβαση από ορυκτά καύσιμα σε ηλεκτρική ενέργεια.
Η πρώτη αντίδραση του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας ήταν θετική, αν και συνοδεύτηκε από επιφυλάξεις αναφορικά με την εφαρμογή της πρότασης. Το CEER επισημαίνει την ανάγκη διασφάλισης του ανεξάρτητου ρόλου των εθνικών ρυθμιστών στην καθορισμός των χρεώσεων και των μεθοδολογιών τιμολόγησης.
Επιπλέον, υπογραμμίζει ότι οι χρεώσεις πρέπει να παραμένουν κοστοστραφείς και προσαρμοσμένες στις ιδιαιτερότητες κάθε χώρας, καθώς η τοπολογία των δικτύων και οι ανάγκες καταναλωτών διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των κρατών-μελών.
Μια σταθερή και προβλέψιμη ρυθμιστική δομή είναι απαραίτητη για τη συνέχιση των μεγάλων επενδύσεων στα δίκτυα, την αποθήκευση και τις υπηρεσίες ευελιξίας.
Στην ελληνική αγορά, οι πρώτες εκτιμήσεις δείχνουν ότι η πρόταση κινείται προς την σωστή κατεύθυνση, αν και οι επιμέρους παρεμβάσεις δεν έχουν την ίδια βαρύτητα. Η Ελλάδα ήδη εφαρμόζει χαμηλό συντελεστή ΦΠΑ στην ηλεκτρική ενέργεια, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα άμεσων μεταβολών στους λογαριασμούς.
Ενδιαφέρον δίνεται στη βελτίωση των χρεώσεων που δεν σχετίζονται με την κατανάλωση ενέργειας, καθώς οι κυβερνητικές πρωτοβουλίες έχουν ήδη προχωρήσει στη μεταφορά των δημοτικών τελών εκτός των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος.
Η συζήτηση για τις χρεώσεις δικτύου αφορά άμεσα τη ΡΑΑΕΥ, τον ΑΔΜΗΕ και τον ΔΕΔΔΗΕ, καθώς οι νέοι ευρωπαϊκοί κανόνες θα απαιτούν μεγαλύτερη σύνδεση της αποδοτικότητας των διαχειριστών με μετρήσιμα αποτελέσματα.
Αναφορικά με τους έξυπνους μετρητές, η Ελλάδα φαίνεται να έχει σχεδιάσει φιλόδοξο χρονοδιάγραμμα, επιδιώκοντας την αντικατάσταση σχεδόν όλων των αναλογικών μετρητών έως το 2030. Εάν τηρηθεί το σχέδιο, η χώρα θα υπερβεί τον στόχο του 50% για το 2030 και το 75% για το 2033.
Η εγκατάσταση έξυπνων μετρητών αναμένεται να διευρύνει την αγορά για δυναμικά τιμολόγια και υπηρεσίες παρακολούθησης κατανάλωσης, διευκολύνοντας στους καταναλωτές την αξιοποίηση των φθηνών ώρων χρήσης. Ωστόσο, η επιτυχία της πρότασης εξαρτάται από το αν οι νέες δυνατότητες θα οδηγήσουν σε οικονομικό όφελος. Η πρόταση της Κομισιόν δεν υπόσχεται άμεσες μειώσεις στους λογαριασμούς, αλλά αποβλέπει στη διαχείριση της μελλοντικής αύξησης του κόστους.
Διαβάστε επίσης