
Η Ευρώπη εισέρχεται σε μια νέα φάση δημοσιονομικών περιορισμών, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Morgan Stanley. Η μελέτη επισημαίνει ότι η εποχή του φθηνού χρέους, των μειωμένων αμυντικών δαπανών και της συνεχιζόμενης επέκτασης του κοινωνικού κράτους έχει παρέλθει. Εντός του νέου αυτού πλαισίου, παράγοντες όπως η γήρανση του πληθυσμού, οι αυξανόμενες αμυντικές αναγκαιότητες και το υψηλό κόστος εξυπηρέτησης του χρέους επιφέρουν διαρκείς πιέσεις στους εθνικούς προϋπολογισμούς.
Σύμφωνα με τους αναλυτές, η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να βασίζεται αποκλειστικά στη χρηματοδότηση μέσω δανεισμού. Οι κυβερνήσεις καλούνται να αποφασίσουν ποιες δαπάνες θα προτεραιοποιήσουν, ποιες θα περιορίσουν, ποιες θα ανακατανείμουν και ποιες θα χρηματοδοτήσουν από κοινού σε επίπεδο Ευρώπης. Η Morgan Stanley προβλέπει ότι οι πιέσεις που προέρχονται από τη γήρανση, την άμυνα και τους τόκους θα μπορούσαν να διευρύνουν τα ελλείμματα κατά τουλάχιστον 3 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μέχρι το 2040 στις περισσότερες χώρες της ευρωζώνης.
Η Ελλάδα παρουσιάζεται σε καλύτερη θέση σε σχέση με τις πιο πιεσμένες οικονομίες της ευρωζώνης, αν και παραμένει υπό περιορισμούς. Στον δημοσιονομικό δείκτη της Morgan Stanley, όπου το 0% υποδεικνύει τη μικρότερη ευχέρεια και το 100% τη μεγαλύτερη, η Ελλάδα λαμβάνει βαθμολογία 44%, το ίδιο με την Ισπανία, ενώ είναι αξιοσημείωτα καλύτερη από χώρες όπως το Βέλγιο, τη Γαλλία και την Ιταλία που αντιμετωπίζουν σκληρότερη δημοσιονομική κατάσταση. Σε αντίθεση, χώρες όπως η Ολλανδία (69%), η Αυστρία και η Γερμανία (56%) και η Πορτογαλία (53%) έχουν μεγαλύτερη δημοσιονομική ευχέρεια.
Η ισχυρή οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας λειτουργεί ως αντίβαρο στο υψηλό δημόσιο χρέος. Η Morgan Stanley επισημαίνει ότι οι χώρες της Ελλάδας και της Ισπανίας κατατάσσονται στη μέση της κλίμακας, καθώς η αναπτυξιακή τους δυναμική περιορίζει σε κάποιο βαθμό τις υποχρεώσεις που προκαλούν οι υψηλοί δείκτες χρέους. Ωστόσο, το πρόβλημα γήρανσης του πληθυσμού είναι εντονότερο στην Ισπανία, σε αντίθεση με την Ελλάδα.
Αναφορικά με τις μακροπρόθεσμες δημοσιονομικές πιέσεις έως το 2040, η Ελλάδα αναμένεται να επιβαρυνθεί κατά περίπου 3,4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, τοποθετώντας την πάνω από τη Γερμανία και τη Γαλλία, αλλά κάτω από την Ιταλία, το Βέλγιο, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Η Morgan Stanley υπογραμμίζει ότι οι μεγαλύτερες πιέσεις παρατηρούνται στην Ισπανία και την Πορτογαλία με επιβαρύνσεις λίγο πάνω από 5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, ενώ η Αυστρία καταγράφει την πιο περιορισμένη επιβάρυνση με περίπου 1,5 μονάδα.
Η αμυντική διάσταση αποκτά επίσης ιδιαίτερη βαρύτητα. Η Morgan Stanley εστιάζει στις αμυντικές δαπάνες που επιστρέφουν στο επίκεντρο της δημοσιονομικής πολιτικής, έπειτα από χρόνια περιορισμών. Το νέο κανονιστικό πλαίσιο του ΝΑΤΟ καθορίζει την ανάγκη αύξησης των αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035, με 3,5 ποσοστιαίες μονάδες αφιερωμένες στις καθαρές αμυντικές δαπάνες και 1,5 ποσοστιαία μονάδα για δαπάνες διπλής χρήσης.
Δεδομένου του πλαισίου, οι περισσότερες χώρες θα χρειαστούν προσαρμογές περίπου 1 έως 1,5 ποσοστιαίας μονάδας του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου 10 μονάδες βάσης του ΑΕΠ ετησίως έως το 2035. Ωστόσο, η Ελλάδα πλησιάζει ήδη τον στόχο, με την επιπλέον δαπάνη που απαιτείται να ανέρχεται σε μόλις 0,7 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, χαμηλότερα από χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία, το Βέλγιο και η Πορτογαλία.
Η Ελλάδα συμπεριλαμβάνεται επίσης στις πιθανές κατανομές των ευρωπαϊκών δανείων SAFE για την άμυνα, με εκτίμηση κατανομής 5,8 δισ. ευρώ από το συνολικό πακέτο των 150 δισ. ευρώ, ενώ η Πολωνία αναμένεται να λάβει τη μεγαλύτερη κατανομή, ύψους 43,7 δισ. ευρώ.
Η Morgan Stanley υποστηρίζει ότι η πιο ρεαλιστική προσέγγιση για την Ευρώπη είναι η σταδιακή “παγίωση” επιλεγμένων δαπανών σε πραγματικούς όρους, και όχι η απότομη μείωση τους. Εάν οι κυβερνήσεις επιβάλλουν “πάγωμα” σε δαπάνες που ανέρχονται στο 25% του ΑΕΠ, η ανάπτυξη θα μπορεί να μειώσει σταδιακά τη σχέση αυτών των δαπανών προς το ΑΕΠ. Με πραγματικό ρυθμό ανάπτυξης 1%, αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει δημοσιονομικό χώρο της τάξης περίπου 1,2 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ έως το 2030, ενώ με 2% ανάπτυξη, ο χώρος θα πλησίαζε τις 2,3 ποσοστιαίες μονάδες.
Το κρίσιμο στοιχείο για αυτή την προσαρμογή είναι η σύνθεση των δαπανών. Ειδικότερα, οι περικοπές στις δημόσιες επενδύσεις είναι οι πιο βλαπτικές για την ανάπτυξη, καθώς διαθέτουν τον υψηλότερο πολλαπλασιαστή. Ωστόσο, η ανακατανομή από λιγότερο αποδοτικές δαπάνες μπορεί να μειώσει το κόστος. Σε σενάριο όπου υπάρξει πραγματική στασιμότητα, οι επιπτώσεις στην ανάπτυξη αναμένονται περιορισμένες, περίπου 10 μονάδες βάσης του ΑΕΠ.
Αυτό το πλαίσιο ενέχει διπλή σημασία για την Ελλάδα. Αφενός, παραμένει εγκλωβισμένη από το υψηλό χρέος και τις ανάγκες δημοσιονομικής αξιοπιστίας. Αφετέρου, η ισχυρότερη αναπτυξιακή προοπτική σε σύγκριση με άλλες χώρες της ευρωζώνης της επιτρέπει μεγαλύτερη ευελιξία από ό,τι θα υποδείκνυε ο δείκτης χρέους.
Το μήνυμα της Morgan Stanley προς τις αγορές είναι ξεκάθαρο: οι επενδυτές θα βραβεύσουν δημοσιονομικούς σχεδιασμούς που προάγουν την ανάπτυξη, ενώ αντίθετα θα “τιμωρήσουν” πολιτικές που απλά αυξάνουν το χρέος. Σημείο αναφοράς για τα ομόλογα είναι αν η δημοσιονομική πολιτική ενισχύει τη βιωσιμότητα του χρέους χωρίς να θίγει την οικονομική δραστηριότητα. Επιπλέον, για το ευρώ, η ανάπτυξη αποτελεί κλειδί. Στον τομέα των μετοχών, η αντίκτυπος θα είναι πιο επιλεκτικός, με τις τράπεζες, το real estate, τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και τους εγχώριους καταναλωτικούς τομείς να είναι τα πιο ευάλωτα σε επιτόκια, spreads και τοπική δραστηριότητα.
Αναφορικά με τους κλάδους, οι τομείς που θα ωφεληθούν άμεσα είναι η άμυνα και η αεροδιαστημική, καθώς οι αμυντικές δαπάνες αποκτούν μόνιμο χαρακτήρα. Σημαντική είναι η διάσταση των χρηματοδοτήσεων, δεδομένης της ανάγκης για μεταρρύθμιση των συντάξεων και ενίσχυσης των αποταμιευτικών πυλώνων, τα οποία θα στήριζαν διαχειριστές κεφαλαίων, ασφαλιστικές και τράπεζες που δραστηριοποιούνται στη διαχείριση πλούτου.
Σύμφωνα με την ανάλυση, το δημοσιονομικό story της Ελλάδας παραμένει πιο θετικό σε σχέση με το παρελθόν, αν και δεν είναι χωρίς προκλήσεις. Η ανάπτυξη, η διατήρηση της αξιοπιστίας και η σωστή σύνθεση των δαπανών θα είναι οι παράγοντες που θα κρίνουν αν η χώρα θα συνεχίσει να προχωρά θετικά σε μία Ευρώπη που βαδίζει από την περίοδο του φθηνού χρήματος στην περίοδο των δύσκολων επιλογών.
Διαβάστε επίσης
ΝΑΤΟ: Συμφωνία για εξοπλιστικά άνω των 50 δισ. – Το κοινό ανακοινωθέν από τη Σύνοδο στην Άγκυρα
Αν η Lacoste ήταν ηλεκτρικό αυτοκίνητο αγώνων
Γιατί τα καρπούζια της Ηλείας θεωρούνται κορυφαία στην Ευρώπη
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο Θέμα