
Μια νέα έκθεση που συντάχθηκε από το Κέντρο Ανανεώσιμων Πηγών και Εξοικονόμησης Ενέργειας (ΚΑΠΕ) σε συνεργασία με τους φορείς REGEA από την Κροατία και BSERC από τη Βουλγαρία, αναλύει την κατάσταση στον τομέα θέρμανσης και ψύξης στις τρεις αυτές χώρες. Σύμφωνα με τα ευρήματα, η Κροατία διακρίνεται για την καλύτερη ενσωμάτωση των ευρωπαϊκών κανονισμών, ενώ διαθέτει καθαρά επενδυτικά πλάνα. Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα φημίζεται για τη χρήση ηλιακών θερμοσιφώνων και την ηλεκτροδοτούμενη θέρμανση, ενώ η Βουλγαρία αξιοποιεί τη νομοθεσία για την ποιότητα του αέρα, επηρεάζοντας τις επιλογές θέρμανσης.
Σύμφωνα με την έκθεση, η Βουλγαρία είναι η χώρα με την υψηλότερη κατανάλωση καυσόξυλων. Η Κροατία στρέφεται κυρίως στο φυσικό αέριο, ενώ η Ελλάδα κυριαρχεί στη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας και πετρελαίου. Η ζήτηση για ψύξη, παράλληλα, παρουσιάζει ραγδαία αύξηση και στις δύο πρώτες χώρες λόγω των κλιματολογικών συνθηκών.
Όλες οι ανωτέρω χώρες αντιμετωπίζουν υψηλές αρχικές επενδύσεις για αποδοτικά συστήματα, περιορισμένο δυναμικό εγκατάστασης και θραυσματικές αλυσίδες εφοδιασμού. Οι διαφορές στην ποιότητα των εγκαταστάσεων είναι αναμφισβήτητες, και η εμπιστοσύνη των καταναλωτών, σε σχέση με την τεχνική υποστήριξη, παραμένει σε χαμηλά επίπεδα.
Σημειώνεται, επίσης, ότι στη Βουλγαρία και την Κροατία τα συστήματα τηλεθέρμανσης είναι πεπαλαιωμένα. Αντίθετα, η Ελλάδα προτιμά αποκεντρωμένες εναλλακτικές λύσεις. Η Βουλγαρία προσφέρει σημαντική υποστήριξη σε ευάλωτα νοικοκυριά με στοχευμένα επιδόματα, αλλά φαίνεται να μην έχει αναπτύξει μηχανισμούς που να προσεγγίζουν τη μεσαία τάξη, όπως αναφέρεται στην έκθεση.
Η ανάλυση της έκθεσης αποκαλύπτει ότι η Βουλγαρία δεν διαθέτει ξεχωριστή εθνική στρατηγική για τη θέρμανση και ψύξη, ωστόσο το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (NECP) προγραμματίζει το 44% της θέρμανσης να προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μέχρι το 2030. Οι τοπικοί δήμοι συχνά στηρίζονται σε παλιές υποδομές και οι σχεδιασμοί έχουν επικεντρωθεί στα δημόσια κτίρια, αν και πρόσφατες πρωτοβουλίες στοχεύουν στη θέρμανση των νοικοκυριών και στη βελτίωση της ποιότητας του αέρα.
Η θέρμανση στις βουλγαρικές κατοικίες βασίζεται κυρίως σε ηλεκτρική ενέργεια και καυσόξυλα. Η τηλεθέρμανση περιορίζεται σε 12 πόλεις και εξαρτάται από ορυκτά καύσιμα, ενώ η χρήση αντλιών θερμότητας αναπτύσσεται αλλά παραμένει χαμηλή. Η Βουλγαρία αντιμετωπίζει επίσης κανονιστικά κενά, με μερική εφαρμογή των ευρωπαϊκών οδηγιών και περιορισμένες αρμοδιότητες στα δημοτικά συμβούλια.
Στην Κροατία, το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα δίνει προτεραιότητα στην απανθρακοποίηση της θέρμανσης και ψύξης, με στόχο το 47,1% από ανανεώσιμες πηγές μέχρι το 2030. Η τηλεθέρμανση έχει περιορισμένο ρόλο, αν και η αναβάθμιση και η ενσωμάτωση γεωθερμικής και ηλιακής ενέργειας είναι κεντρικοί στρατηγικοί στόχοι. Στη χώρα, οι κυριότερες μορφές θέρμανσης είναι τα ατομικά συστήματα φυσικού αερίου και καυσόξυλων, ενώ η παρουσία ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνεται. Η ζήτηση για ψύξη καλύπτεται κυρίως από κλιματιστικά.
Προβλήματα που αναφέρονται περιλαμβάνουν άνιση πρόοδο στην ενεργειακή ανακαίνιση, περιορισμένη αξιοποίηση της γεωθερμικής ενέργειας και αποσπασματική εφαρμογή στρατηγικών ανακαίνισης, με κανονιστικές καθυστερήσεις που εμποδίζουν την πρόοδο.
Όσον αφορά τη Ελλάδα, το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα στοχεύει σε ποσοστό 52,6% από ανανεώσιμες πηγές έως το 2030. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στον εξηλεκτρισμό και τις ενεργειακές ανακαινίσεις, μέσω προγραμμάτων που προωθούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Καταγράφεται κυριαρχία ειδών όπως ηλεκτρικές θερμάστρες, split κλιματιστικά και λέβητες πετρελαίου, ενώ η τηλεθέρμανση παραμένει σε χαμηλά επίπεδα ανάπτυξης. Οι αντλίες θερμότητας ανακτούν έδαφος, με τις χρηματοδοτήσεις ανακαινίσεων να βοηθούν την εξάπλωσή τους. Η ηλιακή θερμική ενέργεια χρησιμοποιείται ευρέως για παραγωγή ζεστού νερού.
Περιορισμένοι παράγοντες, όπως η κατακερματισμένη πληροφόρηση, η αργή εφαρμογή των δημοτικών σχεδίων και η ασθενής επιβολή των οικοδομικών κανονισμών, περιπλέκουν τη κατάσταση. Επιπλέον, ο σχεδιασμός συχνά αποτυγχάνει να συμπεριλάβει τις αγροτικές και παλιές αστικές περιοχές, με τα κέντρα καθοδήγησης για τους πολίτες να είναι ελλιπή.
Διαβάστε ακόμη