
Εντυπωσιακή δραστηριότητα παρατηρείται στον τομέα της δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα (CCS), με το καλοκαίρι του 2023 να χαρακτηρίζεται ως καθοριστική περίοδος για τις πρώτες επενδύσεις στην Ελλάδα. Κεντρικό στοιχείο αποτελεί το έργο υπόγειας αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα Prinos CO₂, το οποίο πλέον εισέρχεται σε νέα φάση προετοιμασίας μετά την αναπροσαρμογή του χρηματοδοτικού μοντέλου και τις προετοιμασίες για το market test, που θα προσφέρει την πρώτη σημαντική εικόνα της αγοράς.
Η αρχή αυτής της νεότερης φάσης σημειώνεται με την Κοινή Απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρου Παπασταύρου, του Αναπληρωτή Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Νίκου Παπαθανάση και του Υφυπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκου Τσάφου, η οποία προσαρμόζει το χρηματοδοτικό σχήμα του έργου. Από τη συνολική δημόσια ενίσχυση ύψους 150 εκατ. ευρώ, τα 75 εκατ. ευρώ παραμένουν από το Ταμείο Ανάκαμψης, 25 εκατ. ευρώ χρηματοδοτούνται μέσω του εθνικού προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και επιπλέον 50 εκατ. ευρώ προέρχονται από το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης. Ταυτόχρονα, η απόφαση επανακαθορίζει τα χρονοδιαγράμματα του έργου, τοποθετώντας το τρίτο και τελευταίο στάδιο μέχρι τις 30 Ιουνίου 2027.
Η πρόσφατη Κοινή Υπουργική Απόφαση διατηρεί αμετάβλητο το ύψος της δημόσιας στήριξης προς το έργο του Πρίνου, ωστόσο τροποποιεί τη χρονική και χρηματοδοτική του κατανομή. Η συνολική δημόσια ενίσχυση παραμένει στα 150 εκατ. ευρώ, με τα κεφάλαια να προέρχονται όχι μόνο από το Ταμείο Ανάκαμψης. Ειδικότερα, 75 εκατ. ευρώ συνεχίζουν να χρηματοδοτούνται από το RRF, 25 εκατ. ευρώ μεταφέρονται από το εθνικό τμήμα του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και 50 εκατ. ευρώ από το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης.
Αυτή η αναδιάρθρωση προκύπτει από την ανάγκη αναθεώρησης των αρχικών οροσήμων του Ταμείου Ανάκαμψης. Όπως αναφέρουν σχετικές πηγές, το έργο αναπτύσσεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα και περιλαμβάνει μια σύνθετη σειρά αδειοδοτικών, τεχνικών, περιβαλλοντικών και κατασκευαστικών διαδικασιών, οι οποίες απαιτούν περισσότερη προετοιμασία.
Η αναθεώρηση αυτή κρίνεται απαραίτητη για τη ρύθμιση των αρχικών οροσήμων του Ταμείου Ανάκαμψης. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν διαρρεύσει, ορισμένα από τα milestones που είχαν συνδεθεί με τη χρηματοδότηση του έργου δεν γίνονται δυνατά να ολοκληρωθούν εντός του προκαθορισμένου χρονοδιαγράμματος, δεδομένου ότι πρόκειται για πρωτότυπο έργο στην Ελλάδα που απαιτεί πολυάριθμες διαδικασίες.
Η δημόσια ενίσχυση παραμένει στα 150 εκατ. ευρώ, με αναδιαρθρωμένες πηγές χρηματοδότησης. Τα 75 εκατ. ευρώ προέρχονται από το Ταμείο Ανάκαμψης, 25 εκατ. ευρώ από το εθνικό σκέλος Δημοσίων Επενδύσεων και 50 εκατ. ευρώ από το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης. Η απόφαση επανακαθορίζει επίσης τα τεχνικά ορόσημα και διαιρεί το έργο σε τρεις ξεχωριστές φάσεις.
Το πρώτο στάδιο συνδέεται με το Ταμείο Ανάκαμψης και αναμένεται να ολοκληρωθεί μέχρι τις 30 Ιουνίου 2026. Η EnEarth έχει ήδη ολοκληρώσει το αρχικό ορόσημο και έχει εκταμιεύσει 21,45 εκατ. ευρώ, ωστόσο για άλλες χρηματοδοτήσεις απαιτείται η ολοκλήρωση κρίσιμων τεχνικών και αδειοδοτικών ενεργειών.
Κεντρικό σημείο της προσπάθειας αποτελεί η υπεράκτια εξέδρα ΩΜΕΓΑ, η οποία είναι ουσιώδους σημασίας για τη μελλοντική αποθήκευση. Μέχρι τον Ιούνιο, θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες απόκτησης, μεταφοράς στην Ελλάδα και έγκρισης εγκατάστασης της εξέδρας.
Η εταιρεία αναγνωρίζει την έγκριση εγκατάστασής της ως την πιο απαιτητική διαδικασία της πρώτης φάσης, καθώς απαιτούνται περισσότερες διαδοχικές εγκρίσεις. Για το λόγο αυτό θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική διοικητική ενέργεια για την επόμενη περίοδο.
Η δεύτερη φάση, που ολοκληρώνεται έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026, θα χρηματοδοτηθεί με 25 εκατ. ευρώ από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Σε αυτή τη φάση ολοκληρώνονται οι τεχνικές λεπτομέρειες του έργου, προκειμένου να διαμορφωθούν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη μετάβαση στην κατασκευαστική φάση.
Μέχρι το τέλος του χρόνου θα πρέπει να ολοκληρωθούν οι μελέτες FEED για την υποδομή ΩΜΕΓΑ, τον αγωγό διοξειδίου του άνθρακα και τις απαιτούμενες εγκαταστάσεις, ο στόχος των οποίων είναι να επιτευχθεί ετήσια δυναμικότητα 2,8 εκατ. τόνων CO₂.
Επιπλέον, θα πρέπει να ολοκληρωθεί το Development Plan και να παραγγελθούν τα κρίσιμα Long Lead Items για τις τέσσερις αρχικές γεωτρήσεις, περιλαμβάνοντας δύο γεωτρήσεις εισπίεσης CO₂ και δύο γεωτρήσεις παραγωγής νερού.
Αξιοσημείωτο είναι ότι ενώ η πρώτη φάση προβλέπει αποθηκευτική δυνατότητα 1 εκατ. τόνων CO₂ ετησίως, οι τρέχουσες μελέτες σχεδιάζονται για υποδομές που μπορούν να υποστηρίξουν έως 2,8 εκατ. τόνους, καταδεικνύοντας τις μακροχρόνιες φιλοδοξίες του έργου.
Το τρίτο και τελευταίο στάδιο μεταφέρεται έως τις 30 Ιουνίου 2027, με χρηματοδότηση 50 εκατ. ευρώ από το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης, όπου το έργο μεταβαίνει από την προετοιμασία σε πρακτική υλοποίηση.
Η εστίαση βρίσκεται στη διενέργεια δύο γεωτρήσεων, μία για εισπίεση διοξειδίου του άνθρακα και μία για παραγωγή νερού. Η ολοκλήρωσή τους είναι προϋπόθεση για την εκταμίευση των τελευταίων 50 εκατ. ευρώ της δημόσιας στήριξης.
Η μετάθεση αυτών των οροσήμων στο πρώτο εξάμηνο του 2027 δεν επηρεάζει τη λήψη της Τελικής Επενδυτικής Απόφασης (FID), η οποία παραμένει στην προγραμματισμένη περίοδο. Ο στόχος είναι η επενδυτική απόφαση να συμπέσει με την έναρξη των γεωτρητικών εργασιών, σηματοδοτώντας τη μετάβαση στην κατασκευή.
Εκτός από την αναδιάρθρωση της χρηματοδότησης, προχωρά και το επόμενο σημαντικό βήμα: η Δοκιμή Αγοράς (Market Test). Η EnEarth έχει στείλει την αίτηση στην ΕΔΕΥΕΠ και αναμένει την ολοκλήρωση της αξιολόγησης για την έγκριση εκκίνησης της διαδικασίας.
Προβλέπεται ότι η διαδικασία θα ξεκινήσει σύντομα, πιθανόν ακόμη και τον επόμενο μήνα. Αρχικά θα γίνει η μη δεσμευτική φάση, που θα καταγράψει το ενδιαφέρον της αγοράς, και στη συνέχεια θα ακολουθήσει η φάση δεσμευτικών προσφορών για να διαφανεί η ποσότητα CO₂ που μπορεί να κατευθυνθεί στον Πρίνο.
Σύμφωνα με στελέχη της EnEarth, η Δοκιμή Αγοράς θα δώσει την πρώτη ρεαλιστική ένδειξη των διαθέσεων της αγοράς, πέρα από τις θεωρητικές εκδηλώσεις ενδιαφέροντος που έχουν υπάρξει μέχρι τώρα. Για το λόγο αυτό κρίνεται ζωτικής σημασίας όχι μόνο για τον Πρίνο αλλά και για τη συνολική ανάπτυξη της αγοράς CCS στην Ελλάδα.
Μέχρι σήμερα, η EnEarth έχει υπογράψει συμβάσεις συνεργασίας με περίπου 15 βιομηχανικούς φορείς, ενώ στην ελληνική αγορά αναπτύσσονται έργα CCS με συνολική δυναμικότητα που ξεπερνά τα 4 εκατ. τόνους ετησίως, ποσότητα που είναι σημαντικά μεγαλύτερη από τη δυνατότητα της πρώτης φάσης του έργου.
Το ενδιαφέρον γύρω από το Market Test αφορά όχι μόνο την αποθήκευση στον Πρίνο αλλά και τη συνολική αναδυόμενη αγορά CCS στην Ελλάδα. Η βιωσιμότητα των υποδομών συνδέεται άμεσα με την πρόοδο των βιομηχανικών έργων δέσμευσης διοξειδίου του άνθρακα στη χώρα.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το έργο IFESTOS του Ομίλου ΤΙΤΑΝ στην περιοχή Καμάρι Βοιωτίας. Παρόλο που προχωρά σε τεχνικό και αδειοδοτικό επίπεδο, η τελική επενδυτική απόφαση δεν αναμένεται να ληφθεί εντός του αρχικού χρονοδιαγράμματος. Αυτή η εξέλιξη αντανακλά ευρύτερες τάσεις στην ευρωπαϊκή αγορά CCS, όπου αρκετά έργα προσαρμόζουν τα χρονοδιαγράμματά τους εξαιτίας προκλήσεων στον τομέα της εφοδιαστικής αλυσίδας και διαθεσιμότητας εξειδικευμένου εξοπλισμού.
Επαγγελματίες της αγοράς σημειώνουν ότι η στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης γύρω από τη δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα παραμένει αμετάβλητη, με το ζήτημα να εστιάζεται πλέον στο πόσο γρήγορα θα μπορέσουν τα έργα σε ανάπτυξη να ωριμάσουν τεχνικά και ρυθμιστικά.
Διαβάστε επίσης