
Η ενεργειακή μετάβαση στα Δυτικά Βαλκάνια μπαίνει σε κρίσιμη φάση, καθώς οι χώρες της περιοχής προχωρούν με μεγάλο όγκο επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, περιλαμβάνοντας αιολικά και φωτοβολταϊκά έργα που ξεπερνούν συνολικά τα 8 GW. Αν και υπάρχει έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι το βασικό εμπόδιο δεν είναι πια η έλλειψη χρημάτων ή τόπο κατάθεσης, αλλά η αδυναμία των ηλεκτρικών υποδομών και των θεσμών να υποστηρίξουν την ανάπτυξη αυτή.
Αυτή είναι η κύρια εύρεση της πρόσφατης μελέτης του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Joint Research Centre – JRC), η οποία αναλύει την πρόοδο της ενεργειακής μετάβασης σε χώρες όπως η Αλβανία, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, το Κόσοβο, το Μαυροβούνιο, η Βόρεια Μακεδονία και η Σερβία. Με την περιοχή να πιέζεται για γρηγορότερη απανθρακοποίηση, δεδομένων των ευρωπαϊκών κλιματικών στόχων και των πολιτικών ενοποίησης των ενεργειακών αγορών, η εφαρμογή του Μηχανισμού Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα από το 2026 καθίσταται επιτακτική.
Σύμφωνα με τη μελέτη, η ενεργειακή ικανότητα στα Δυτικά Βαλκάνια αγγίζει μόλις τα 1,7 GW από ηλιακή και αιολική ενέργεια, με περίπου 610 MW από φωτοβολταϊκά και πάνω από 1 GW από αιολικά πάρκα. Ωστόσο, έργα που είναι είτε σε κατασκευή είτε σε προετοιμασία φτάνουν τα 8 GW, προσωπώντας την προοπτική να πενταπλασιαστεί η τρέχουσα ισχύς στις κύριες ανανεώσιμες πηγές.
Η σημασία των δεδομένων αυτών ενισχύεται εξαιτίας της πρόσφατης Γενικής Συνόδου ΕΕ – Δυτικών Βαλκανίων που πραγματοποιείται στο Τίβατ του Μαυροβουνίου, στη διάρκεια της οποίας οι ηγέτες συζητούν την διεύρυνση της Ένωσης, την επένδυση έως 6 δισ. ευρώ για μεταρρυθμίσεις και ανάπτυξη, καθώς και τις προκλήσεις στον τομέα της ενέργειας. Η μελέτη του JRC αναδεικνύει το γεγονός ότι η πρόοδος των χωρών της περιοχής θα κριθεί από την ικανότητα τους να εκσυγχρονίσουν τις ενεργειακές τους υποδομές και να επιταχύνουν την πράσινη μετάβαση.
Η κατάσταση αυτή αποτελεί μια θεαματική αλλαγή σε σχέση με το ενεργειακό μοντέλο περασμένων δεκαετιών. Παρά τις προσπάθειες μετάβασης σε ανανεώσιμες πηγές, η περιοχή παραμένει εξαιρετικά εξαρτώμενη από τον άνθρακα. Οι στατιστικές δείχνουν ότι ο άνθρακας καλύπτει ακόμα το 58,6% της ενέργειας στο Κόσοβο, 51,4% στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και 42,9% στη Σερβία, ενώ η Αλβανία και η Βόρεια Μακεδονία στηρίζονται επίσης σε μεγάλο βαθμό στο πετρέλαιο.
Η πορεία προς την «πράσινη στροφή» είναι πιο δύσκολη για τα Δυτικά Βαλκάνια σε σύγκριση με τις χώρες της ΕΕ, δεδομένων των παλαιών υποδομών και της μακροχρόνιας εξάρτησης από τον άνθρακα. Ο εκσυγχρονισμός του ενεργειακού συστήματος απαιτεί έναν πιο βαθύ μετασχηματισμό από την απλή προσθήκη νέων έργων ΑΠΕ.
Η απόλυτη συμμετοχή των ΑΠΕ εμφανίζεται εσφαλμένα θετική, με την Αλβανία να έχει ποσοστό 47% ανανεώσιμων στην τελική ενέργεια, ενώ στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και το Μαυροβούνιο τα ποσοστά φτάνουν το 40% και το 41% αντίστοιχα. Ωστόσο, αυτά τα νούμερα προέρχονται κυρίως από υδροηλεκτρική παραγωγή και παραδοσιακή βιομάζα, και όχι από ένα ποικιλόμορφο χαρτοφυλάκιο νέων τεχνολογιών, όπως συμβαίνει στην ΕΕ.
Αξιοσημείωτο είναι ότι το 2022, η ανανεώσιμη ηλεκτροπαραγωγή ήταν κατά 98% υδροηλεκτρική στην Αλβανία, 90% στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, 82% στο Μαυροβούνιο και 84% στη Βόρεια Μακεδονία. Το Κόσοβο, ωστόσο, αποτελεί εξαίρεση, καθώς η πηγή του ανανεώσιμου μείγματος είναι κυρίως η αιολική ενέργεια, με ποσοστό 57%. Στην ΕΕ, αντίθετα, η παραγωγή είναι πιο ισόρροπη ανάμεσα σε διάφορες ανανεώσιμες πηγές.
Αναφορικά με τα νέα έργα, η Σερβία κατέχει ηγετική θέση στην περιοχή, με πάνω από 2,5 GW αιολικών εγκαταστάσεων και 587 MW φωτοβολταϊκών σε στάδιο προετοιμασίας, καθώς επίσης και 168 MW αιολικής ισχύος υπό κατασκευή. Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη προχωρά με περίπου 2,2 GW αιολικής παραγωγής και 412 MW φωτοβολταϊκών, με 312 MW επίσης σε κατασκευή.
Η Αλβανία υλοποιεί 125 MW φωτοβολταϊκών και 234 MW αιολικών, ενώ η Βόρεια Μακεδονία διαθέτει σχεδόν 550 MW έργων έτοιμων για ανάπτυξη. Ακόμα και το Κόσοβο και το Μαυροβούνιο, που σήμερα έχουν χαμηλή ενεργειακή παραγωγή, έχουν συγκεντρώσει χαρτοφυλάκια έργων άνω των 250 MW το καθένα.
Το JRC υπογραμμίζει ότι οι διαφορές στην απορρόφηση των ανανεώσιμων πηγών οφείλονται λιγότερο στη διαθεσιμότητα φυσικών πόρων και περισσότερο στην υλοποίηση πολιτικών. Η Σερβία έχει καταγράψει πρόοδο από το 2021 με ανταγωνιστικές δημοπρασίες και δομές που υποστηρίζουν ενεργούς καταναλωτές, ενώ στη Βόρεια Μακεδονία περιορισμοί και περίπλοκες διαδικασίες ενδέχεται να περιορίσουν την ανάπτυξη.
Η έκθεση του JRC τονίζει ότι οι προκλήσεις για τα Δυτικά Βαλκάνια μόλις αρχίζουν. Τα 8 GW έργα που αναμένονται δείχνουν την ύπαρξη μεγάλης επενδυτικής διάθεσης, αλλά το κρίσιμο ερώτημα αφορά τη δυνατότητα των ηλεκτρικών συστημάτων να ανταποκριθούν. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι οι υποδομές είναι αυτές που θα πρέπει να εξελιχθούν για να διαχειριστούν την νέα πραγματικότητα.
Τα δίκτυα που υπάρχουν σήμερα θεωρούνται ξεπερασμένα για να διαχειριστούν τις αυξανόμενες ποσότητες ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και απαιτούν αναγκαία προσαρμογή για να είναι ικανά για αμφίδρομες ροές, τοπικούς μηχανισμούς και τεχνική ευελιξία.
Τα προβλήματα είναι ήδη παρόντα. Π.χ., η Βόρεια Μακεδονία έχει φτάσει κοντά σε συνθήκες συμφόρησης και οι απώλειες μεταφοράς, όπως στην Αλβανία, παραμένουν σε υψηλότερα επίπεδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Συνεπώς, η ενεργειακή μετάβαση στα Δυτικά Βαλκάνια δεν μπορεί να μετρηθεί μόνο σε νέα MW ΑΠΕ, αλλά απαιτεί και τον εκσυγχρονισμό των δικτύων, τη βελτίωση των διαχειριστών και τη συνεργασία με τις τοπικές αρχές.
Η μελέτη συνδέει άμεσα την ενεργειακή μετάβαση με την οικονομική ανταγωνιστικότητα των Δυτικών Βαλκανίων. Με την πλήρη εφαρμογή του Μηχανισμού Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα το 2026, αναμένονται αυξήσεις στα κόστη για τις οικονομίες που συνεχίζουν να στηρίζονται στον άνθρακα.
Εκτιμάται πως το ετήσιο κόστος για τις ηλεκτρικές εξαγωγές μπορεί να αγγίξει το 1 δισ. ευρώ, με τη Σερβία να αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη πίεση. Οι πιέσεις αυτές δεν περιορίζονται μόνο στον τομέα ηλεκτροπαραγωγής, καθώς οι πτώσεις στις εξαγωγές χάλυβα αναμένονται επίσης σύμφωνα με τις προβλέψεις.
Έτσι, η ενεργειακή μετάβαση αναγνωρίζεται πλέον όχι μόνο ως μια περιβαλλοντική ή τεχνολογική πρόκληση, αλλά και ως ένα κρίσιμο θέμα που αφορά την πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές και την διατήρηση της επιχειρηματικής ανταγωνιστικότητας.
Πέρα από τα ζητήματα υποδομών και χρηματοδότησης, η μελέτη αναδεικνύει και ένα σοβαρό έλλειμμα διακυβέρνησης. Το 59% των συμμετεχόντων εκτιμούν ότι οι εθνικοί μηχανισμοί διακυβέρνησης είναι αδύναμοι, ενώ το 64% πιστεύει ότι η συνεργασία μεταξύ κεντρικών αρχών και τοπικών φορέων υστερεί.
Η διαφθορά, οι πολιτικές παρεμβάσεις και η έλλειψη διαφάνειας επισημαίνονται ως κύριοι ανασταλτικοί παράγοντες. Αυτά τα στοιχεία εξηγούν την προτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να μην βλέπει την ενεργειακή μετάβαση της περιοχής μόνο ως χρηματοδοτικό ζήτημα, αλλά και ως πρόκληση εκτέλεσης.
Από αυτήν την άποψη, το συμπέρασμα του JRC είναι ξεκάθαρο: η μετάβαση στα Δυτικά Βαλκάνια δεν εμποδίζεται πλέον από την έλλειψη στρατηγικών προγραμμάτων, αλλά από την ικανότητα τους να μετατρέψουν τα σχεδιαζόμενα 8 GW σε πραγματικές επενδύσεις και βιώσιμες υποδομές. Η επιτυχία της προσπάθειας αυτής θα εξαρτηθεί κυρίως από την εξέλιξη των δικτύων και τη διακυβέρνηση στην περιοχή.
Διαβάστε ακόμη