
Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση του Swiss Re Institute, που δημοσιεύθηκε από το Bloomberg, η αξία των μη ασφαλισμένων ζημιών που προκύπτουν από φυσικές καταστροφές υπερδιπλασιάστηκε πέρυσι, φτάνοντας τα 424 δισεκατομμύρια δολάρια, με τη Βόρεια Αμερική να κατατάσσεται στην πρώτη θέση όσον αφορά την έκθεση σε τέτοια γεγονότα. Παρά την αύξηση της ασφαλιστικής κάλυψης, το κενό προστασίας έχει διευρυνθεί, καθώς οι αξίες των εκτεθειμένων περιουσιών συνεχίζουν να αυξάνονται.
Η υπερβολική αύξηση του κόστους που σχετίζεται με φυσικές καταστροφές, όπως οι τυφώνες και οι πυρκαγιές, γίνεται ολοένα πιο ανησυχητική. Παράγοντες όπως η κλιματική αλλαγή, η αστικοποίηση και ο πληθωρισμός συμβάλλουν στο να γίνονται οι καταστροφές πιο κοστοβόρες. Στη Βόρεια Αμερική, η διαφορά μεταξύ ασφαλισμένων και μη ασφαλισμένων περιουσιών αυξήθηκε κατά 6% πέρυσι, φθάνοντας τα 140 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική η αύξηση αυτή ήταν 11%, φτάνοντας τα 90 δισεκατομμύρια δολάρια.
Σύμφωνα με την έκθεση, «σε απόλυτους αριθμούς, το κενό στην κάλυψη συνεχίζει να διευρύνεται, καθώς απλώς υπάρχουν περισσότερα περιουσιακά στοιχεία που πρέπει να προστατευθούν». Σημαντική είναι η πτώση ασφαλιστικής κάλυψης σε περιοχές υψηλού κινδύνου, όπως στην Καλιφόρνια, όπου μόλις το 12% των κατοικιών το 2024 έχουν ασφάλιση κατά σεισμών, από 30% το 1994.
Στις αναδυόμενες αγορές, η ικανότητα αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών έχει μειωθεί τις τελευταίες δέκα χρόνια, με αποτέλεσμα αυτές οι περιοχές να συσσωρεύουν κίνδυνο καθώς η ασφαλιστική κάλυψη υποχωρεί.
Στην Ευρώπη, ωστόσο, τα μέτρα προσαρμογής φαίνεται να έχουν περιορίσει την αύξηση των ασφαλισμένων ζημιών από πλημμύρες τα τελευταία δέκα χρόνια. Η ασφαλιστική κάλυψη έχει βελτιωθεί σε ανεπτυγμένες χώρες της Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής, της Αφρικής και της περιοχής Ασίας-Ειρηνικού από το 2015, σύμφωνα με την ίδια αναφορά.
Με τον τρέχοντα ρυθμό, οι ασφαλισμένες ζημίες αναμένεται να φτάσουν τα 186 δισεκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως μέχρι το 2030, σε αντίθεση με τα 107 δισεκατομμύρια δολάρια το 2025, έναντι ιστορικού μέσου όρου που παραμένει κάτω από τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.
Διαβάστε ακόμη