
Η Ελλάδα, μέσω μιας σειράς διαπραγματεύσεων και σε ένα έντονα ανταγωνιστικό κλίμα στην περιοχή, έχει εξασφαλίσει την προτεραιότητα απόκτησης αυτών των φρεγατών. Αναμένονται, εκτός απροόπτου, να ενσωματωθούν στο ελληνικό ναυτικό στο τέλος του 2028.
Ωστόσο, η διαπραγμάτευση για τη συμφωνία αυτή δεν ήταν εύκολη, καθώς οι φρεγάτες αυτές είναι σε εξαιρετική κατάσταση και έχουν προσελκύσει το ενδιαφέρον πολλών μεσογειακών χωρών. Όπως έχει δηλώσει ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Δένδιας, τα πλοία αυτά «διαθέτουν αυξημένη επιχειρησιακή ευελιξία και στρατηγική ισχύ». Στον ίδιο χρόνο, εάν η Ιταλία συνεχίσει να αποφεύγει τη συμμετοχή της σε πολεμικές καταστάσεις, θα αρχίσει να αποδεσμεύει τις φρεγάτες αντίστοιχα με την ολοκλήρωση νέων πλοίων στα ναυπηγεία της.
Με αυτό τον τρόπο, η Ιταλία όχι μόνο ενισχύει τον δικό της ναυτικό στόλο αλλά και συνεχίζει να προάγει τα συμφέροντά της στην αγορά, όπως έχει ήδη παρατηρηθεί σε περιπτώσεις συνεργασιών με την Αίγυπτο και τη Σιγκαπούρη. Παράλληλα, η ζήτηση για αμυντικά προϊόντα από την Ιταλία αυξάνεται συνεχώς, με τις τελευταίες εξελίξεις να δείχνουν ότι και η Τουρκία στρέφεται προς την ιταλική αγορά. Η τουρκική πλευρά εξετάζει την αγορά συστημάτων αεράμυνας, όπως το SAMP/T, ιδιαίτερα μετά τις επιθέσεις που δέχτηκε από το Ιράν.
Το εν λόγω σύστημα θα συνεισέφερε σημαντικά στις αμυντικές δυνατότητες της Τουρκίας, δεδομένου ότι ενσωματώνεται σε ένα πολυεπίπεδο αμυντικό σύστημα που προγραμματίζει η Άγκυρα. Ωστόσο, η απόκτηση του ενδέχεται να αντιμετωπίσει αντιρρήσεις από τη Γαλλία, γεγονός που μπορεί να αναγκάσει την Τουρκία να στραφεί στους Ιταλούς για συνεργασία.
Ζητούμενο για την Τουρκία είναι να αποκτήσει πρόσβαση στο ευρωπαϊκό αμυντικό οικοσύστημα ως πλήρες μέλος, και αυτό μοιάζει πιθανότερο αν ενισχυθεί η συνεργασία της με την εταιρεία Eurosam. Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία πρέπει να ανταποκριθεί άμεσα στο κενό αεράμυνας που την απασχολεί, με τον πρόεδρο Ερντογάν να προχωρά σε στρατηγικές ενέργειες για την ανάπτυξη των εθνικών συστημάτων αντιπυραυλικής και αντιβαλλιστικής άμυνας.