
Η αγορά ακινήτων στην Ελλάδα διανύει πλέον έναν κυκλικό ανασχηματισμό μετά από 25 χρόνια, καθώς οι τιμές πώλησης υπερβαίνουν κατά 13% εκείνες που καταγράφηκαν προτού ξεσπάσει η δημοσιονομική κρίση το 2007. Από την άλλη, οι τιμές ενοικίων παραμένουν κοντά σε επίπεδα του 2010, με μια σταθερή ανοδική πορεία από το 2022 και έπειτα. Στον τομέα αυτό, η Ελλάδα προβλέπεται να σημειώσει το 2025 τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με ποσοστό 10,1% σε σύγκριση με το 2024, ακολουθούμενη μόνο από την Κροατία με 17,6%, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ανόδου ανέρχεται σε 3,2%.
Η τελευταία ανάλυση του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) αποτυπώνει την κατάσταση στην αγορά ακινήτων στην Ελλάδα και την Ευρώπη, αναδεικνύοντας τις δυσκολίες προσβασιμότητας στη στέγαση, ιδίως λόγω του «χάσματος» μεταξύ του ενοικίου και του μηνιαίου εισοδήματος. Αυτό το πρόβλημα είναι πιο έντονο στην Αθήνα, όπου τα ενοίκια βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα της χώρας. Σύμφωνα με την ανάλυση με τίτλο «Τιμές κατοικιών και ενοίκια στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση», ο Χρήστος Λούκας, βοηθός Ερευνητικών Προγραμμάτων, σημειώνει ότι η αναλογία ενοικίου προς το μηνιαίο εισόδημα στην Αθήνα φτάνει το 70,2% για ένα υπνοδωμάτιο και 93,6% για δύο υπνοδωμάτια (με τιμές του 2024), σε σύγκριση με 31–34% και 46% αντίστοιχα για τον μέσο όρο της ΕΕ. Η ανάλυση βασίζεται στα δεδομένα της Eurostat για τον Δείκτη Τιμών Κατοικιών (HPI) και τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (HICP) για τα πραγματικά ενοίκια.

Για το 2024, το μέσο μηνιαίο ενοίκιο για ένα διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου στην Αθήνα ανέρχεται σε 1.050 ευρώ, ενώ το μέσο εισόδημα είναι 1.496 ευρώ. «Το 2015, η αναλογία ενοικίου προς εισόδημα για διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου έφτανε το 41,6%, ήδη υψηλή σε σύγκριση με την ΕΕ (23,7%)», αναφέρεται στη μελέτη. «Η επιβάρυνση των νοικοκυριών στην Αθήνα είναι πλέον δυσανάλογα υψηλή σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, καθώς οι τιμές των ενοικίων βρίσκονται σε επίπεδα των υπόλοιπων χωρών, ενώ οι μισθοί παραμένουν αισθητά χαμηλότεροι».
Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, τονίζει ότι «η στεγαστική κρίση επηρεάζει όχι μόνο την αγορά, αλλά και την καθημερινότητα και την ποιότητα ζωής χιλιάδων νοικοκυριών. Η αντιμετώπισή της απαιτεί ένα συνδυασμό πολιτικών που θα ενισχύσουν την προσφορά κατοικιών, θα διορθώσουν τις στρεβλώσεις και θα στηρίξουν αποτελεσματικά τα ευάλωτα νοικοκυριά, αποφεύγοντας τις αναποτελεσματικές πολιτικές, όπως ο καθορισμός ανώτατων ενοικίων».
Η ανάλυση των τελευταίων 25 ετών υποδεικνύει έναν πλήρη κύκλο στην αγορά ακινήτων: τα ενοίκια και οι τιμές αυξάνονταν ραγδαία πριν το 2008, έπειτα ακολούθησε μια βαθιά πτώση κατά τη διάρκεια της κρίσης, πριν την πρόσφατη αναπήδηση. Ωστόσο, η σημερινή άνοδος (+10,1% το 2025, δεύτερη υψηλότερη στην ΕΕ) συμβαίνει σε μια περίοδο όπου τα εισοδήματα δεν έχουν επανέλθει στα προ κρίσης επίπεδα, καθιστώντας τη στέγαση ιδιαίτερα δύσκολη συγκριτικά με τη σημερινή κατάσταση.
Η συγκριτική ανάλυση των τιμών δείχνει σημαντικές αποκλίσεις σε ολόκληρη την ΕΕ: Από το 2015 έως το 2025, οι τιμές κατοικιών στην Ουγγαρία εκτοξεύτηκαν κατά 267% και σε 12 άλλες χώρες διπλασιάστηκαν, με τα μεγαλύτερα ποσοστά να σημειώνονται στην Πορτογαλία (+164%), τη Λιθουανία (+158%) και τη Βουλγαρία (+149%). Μοναδική εξαίρεση ήταν η Φινλανδία, όπου οι τιμές μειώθηκαν κατά 1%. Στοιχεία από την Τράπεζα της Ελλάδος δείχνουν ότι οι τιμές των κατοικιών στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 79,2% στις αστικές περιοχές και κατά 95,5% στην Αθήνα την ίδια περίοδο, τοποθετώντας τη χώρα στην ανώτερη κατηγορία της ευρωπαϊκής κατάταξης.
Στον τομέα των ενοικίων, οι τιμές ανήλθαν σε όλες τις χώρες της ΕΕ, με την Ουγγαρία να σημειώνει τη μεγαλύτερη αύξηση (+105%), ακολουθούμενη από τη Λιθουανία (+83%) και την Ιρλανδία. Η Ελλάδα καταγράφει μεταβολή +13% από το 2015, καθώς τα ενοίκια είχαν σημειώσει σημαντική πτώση κατά την περίοδο της κρίσης, τώρα όμως επιστρέφουν σε επίπεδα ανώτερα του 2015. Επιπλέον, οι εξελίξεις στις ενοικιάσεις στην Ελλάδα αποκλίνουν από την πορεία των ενοικίων στην ΕΕ: Ενώ η ΕΕ-27 διατηρούσε μια συνεχή ανοδική πορεία από 2000 έως το 2025, στην Ελλάδα μπορούν να διακριθούν τέσσερις φάσεις:
α) η περίοδος ταχείας ανόδου (2000–2011), όπου ο δείκτης ενοικίων αυξήθηκε από 68 σε 103 (+53%), με ετήσιους ρυθμούς 4–5% που υπερέβαιναν τον πληθωρισμό.
β) η περίοδος απότομης πτώσης (2011–2018), όπου οι τιμές κατέρρευσαν από 103 σε 77 (πτώση 26%), αντανακλώντας τη δημοσιονομική κρίση και τη δραματική αύξηση της ανεργίας.
γ) η περίοδος στασιμότητας (2018–2021), όπου οι τιμές παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητες στο 77.
d) η νέα ανοδική περίοδος (2022–2025), όπου ο δείκτης αυξήθηκε από 78 σε 94 (+21%), ξεπερνώντας τα επίπεδα του 2010 το 2025. Αν και οι τελευταίες αυξήσεις ενδέχεται να ενδεχόμενα δεν αποτυπώνουν πλήρως την πραγματικότητα, τα ενοίκια παραμένουν αισθητά χαμηλότερα από τα επίπεδα πριν από την κρίση.
Το 2025, η Ελλάδα θα έχει τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση ενοικίων στην ΕΕ με 10,1%, μόλις πίσω από την Κροατία (+17,6%). Σημαντικές αυξήσεις παρατηρούνται επίσης σε χώρες όπως η Ουγγαρία (+9,8%), η Βουλγαρία (+9,6%) και η Ρουμανία (+8,2%). Από την άλλη, οι πιο χαμηλές αυξήσεις καταγράφηκαν σε χώρες όπως η Ιταλία, η Γαλλία και η Φινλανδία.

Η σημαντική αύξηση στις ενοικιάσεις στην Ελλάδα αποδίδεται σε μια σειρά παραγόντων: τη μεγάλη ζήτηση λόγω τουρισμού και βραχυχρόνιων μισθώσεων (Airbnb), την περιορισμένη προσφορά νέων κατοικιών, την εισροή ξένων επενδύσεων μέσω του προγράμματος Golden Visa, καθώς και την ανάκαμψη της οικονομίας που ενισχύει τη ζήτηση για στέγαση.
Διαβάστε επίσης
Προκοπίου, Αγγελικούση, Μαρτίνος «σπάνε» κάθε ρεκόρ ναύλων εν μέσω γεωπολιτικής κρίσης
Christina O: Νέο πωλητήριο στο θρυλικό yacht του Ωνάση με discount εκατομμυρίων
Φέτα: Ο πόλεμος του τυριού και η σύγκρουση ΗΠΑ–Ευρωπαϊκής Ένωσης
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα.