
Ο ποταμός Αχελώος ξαναβρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, καθώς η κυβέρνηση αποφάσισε να επαναφέρει σε εγρήγορση το αμφιλεγόμενο έργο της μερικής μεταφοράς υδάτων προς τη Θεσσαλία, όπως δήλωσε ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης πριν από λίγες ημέρες.
Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του, ο Πρωθυπουργός περιέγραψε το έργο ως «κεντρική δέσμευση», τονίζοντας την ανάγκη αξιοποίησης σημαντικών υποδομών που κατασκευάστηκαν ήδη από τη δεκαετία του ’60 και παραμένουν ανενεργές. Επιπλέον, ανέθεσε και πάλι την ευθύνη συντονισμού στον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, Κωστή Χατζηδάκη, κίνηση που αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω των διαχρονικών νομικών περιπλοκών που έχει διαγράψει το έργο αυτό.
Η τελική απόφαση σχετικά με την τύχη της εκτροπής θα κριθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας, όπου η υπόθεση αναμένεται να εξεταστεί στις 1 Απριλίου, σύμφωνα με πληροφορίες του Energygame, έπειτα από προσφυγή τεσσάρων περιβαλλοντικών οργανώσεων και δήμων της Αιτωλοακαρνανίας. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι το ΣτΕ έχει ακυρώσει το έργο πέντε φορές στο παρελθόν για περιβαλλοντικούς λόγους. Οι προσφεύγοντες επισημαίνουν την ανάγκη υιοθέτησης βιώσιμων μεθόδων για τη διαχείριση και άρδευση, αντί της εκτροπής.
Μέχρι σήμερα, πάνω από 650 εκατομμύρια ευρώ έχουν δαπανηθεί για τα έργα του Αχελώου, ποσό που θα χαθεί οριστικά αν δεν προχωρήσει το έργο. Ειδικότερα, 352 εκατομμύρια έχουν επενδυθεί στο φράγμα της Συκιάς που παραμένει ημιτελές, και άλλα 300 εκατομμύρια για το φράγμα της Μεσοχώρας, το οποίο αν και έχει κατασκευαστεί, δεν έχει ακόμη τεθεί σε λειτουργία.
Το υδατικό έλλειμμα στη Θεσσαλία υπολογίζεται σε περίπου 350 εκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως, με τις συνέπειες στον πρωτογενή τομέα να είναι άμεσες. Ενδεικτικά, η καλλιέργεια βαμβακιού έχει μειωθεί δραματικά, πέφτοντας από περίπου 1,5 εκατ. στρέμματα σε μόλις 600.000, γεγονός που σύμφωνα με την Περιφέρεια, μεταφράζεται σε απώλεια αγροτικού εισοδήματος της τάξης του 25%.
Περιβαλλοντικές οργανώσεις, αυτοδιοικητικοί φορείς της Αιτωλοακαρνανίας και τοπικά επιμελητήρια εκφράζουν τις αντιρρήσεις τους σχετικά με το έργο της μερικής εκτροπής, υποβάλλοντας προσφυγή για την ακύρωση της δεύτερης αναθεώρησης των Σχεδίων Διαχείρισης Λεκανών Απορροής (ΣΔΛΑΠ) Δυτικής Στερεάς Ελλάδας και Θεσσαλίας, θεωρώντας ότι «επαναφέρει από το παράθυρο» το σχεδιασμό της εκτροπής προς τον Πηνειό μέσω σήραγγας που διασχίζει την Πίνδο.
Ορισμένοι παράγοντες της αγοράς, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι οι συνθήκες είναι πλέον ώριμες για τη μεταφορά νερού από τον Αχελώο, καθώς τα Σχέδια Διαχείρισης Διαχείρισης Λεκανών Απορροής όχι μόνο το επιτρέπουν, αλλά το καθιστούν κεντρικό στοιχείο για την αποκατάσταση του υδατικού ισοζυγίου της περιοχής. Οι ανάγκες, όπως αναφέρουν, είναι αναπτυξιακές και πρωτίστως επιτακτικές, δεδομένου ότι η Θεσσαλία βυθίζεται σε ένα διαρκές υδατικό έλλειμμα που δεν μπορεί να καλυφθεί από τους διαθέσιμους πόρους της λεκάνης του Πηνειού.
Ταυτόχρονα, η παραγωγική γεωργία στη Θεσσαλία αντιμετωπίζει σοβαρές απειλές από την έλλειψη αρδευτικού νερού. Η διαφορά στην αποδοτικότητα μεταξύ ξηρικών και αρδευόμενων καλλιεργειών δείχνει την πίεση στον πρωτογενή τομέα, καθώς οι πρώτες αποδίδουν μόλις 60-100 ευρώ ανά στρέμμα, σε αντίθεση με περίπου 500 ευρώ για τις αρδευόμενες.
Εάν το υδατικό έλλειμμα δεν αντιμετωπιστεί, προβλέπεται ότι έως και 1.000.000 στρέμματα αρδευόμενων καλλιεργειών κινδυνεύουν να χαθούν, αναγκάζοντας τους αγρότες να στραφούν σε λιγότερο αποδοτικές και ξηρικές καλλιέργειες. Αυτή η εξέλιξη θα έχει άμεσες οικονομικές επιπτώσεις, με πιθανή μείωση του αγροτικού εισοδήματος κατά 25% και απώλειες που υπολογίζονται σε 300 έως 400 εκατ. ευρώ ετησίως, εντείνοντας τις πιέσεις στη βιωσιμότητα της υπαίθρου.
Διαβάστε ακόμη