
Η ελληνική κυβέρνηση αναζητά με προσοχή τις κατάλληλες στρατηγικές αντίκτυπο των εξελίξεων από τον συνεχιζόμενο πόλεμο, αποφεύγοντας άκαιρες παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να επιδεινώσουν την κατάσταση. Η διάρκεια και η ένταση της σύγκρουσης θα κρίνουν την έκβαση των μέτρων, καθώς και την ισορροπία κόστους – οφέλους των υποκειμένων αλλά αναγκαίων ενεργειών. Σημαντική σημασία έχει η προειδοποίηση της επικεφαλής του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα: «Σε αυτή τη νέα παγκόσμια πραγματικότητα πρέπει να σκεφτούμε ακόμη και το αδιανόητο και να προετοιμαστούμε γι’ αυτό».
Στις άμεσες αναλύσεις τους, οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι εξετάζουν τρία πιθανά σενάρια:
– Άμεση κατάπαυση του πολέμου σε 7-10 ημέρες: Οι ειδικοί το θεωρούν το πιο ευνοϊκό σενάριο, αν και η λήξη των εχθροπραξιών, όπως υποστήριξε πρόσφατα ο Ντόναλντ Τραμπ, συνεπάγεται μακροχρόνιες οικονομικές συνέπειες. Η αβεβαιότητα για πιθανή επανάληψη θα συνεχίσει να επηρεάζει τις διεθνείς τιμές καυσίμων και ενέργειας, διατηρώντας την ακρίβεια για μήνες. Ο ετήσιος πληθωρισμός αναμένεται να αυξηθεί κατά μισή ποσοστιαία μονάδα, προσεγγίζοντας το 3%.
– Πόλεμος για άλλα δύο ή τρεις μήνες: Σε αυτό το σενάριο, οι συνέπειες θα περιλαμβάνουν απώλειες στον τουρισμό και μείωση της παραγωγής στη βιομηχανία και τον αγροτικό τομέα. Ο πληθωρισμός θα μπορούσε να φτάσει το 3,5%, καθιστώντας αναγκαία την παρέμβαση της κυβέρνησης για στήριξη της οικονομίας. Οι κίνδυνοι αυξάνονται αν δεν ενεργοποιηθεί ο ευρωπαϊκός μηχανισμός στήριξης, οδηγώντας σε εθνικές παρεμβάσεις.
– Πόλεμος για περισσότερο από τρεις μήνες: Αυτή η προοπτική μπορεί να φέρει θεαματικές και ανυπολόγιστες συνέπειες, όπως η καταστροφή πετρελαϊκών εγκαταστάσεων. Η επόμενη Σύνοδος Κορυφής τον Ιούνιο θα κληθεί να αποφασίσει για νέα μέτρα στήριξης και πιθανές ρήτρες διαφυγής, επηρεάζοντας τον προγραμματισμό παροχών για το 2027.
Ανεξαρτήτως του σεναρίου, οι λύσεις δεν είναι δεδομένες και η κατάσταση εξελίσσεται συνεχώς. Αν και οι κρατικές και ευρωπαϊκές εμπειρίες από την ενεργειακή κρίση του 2022 έχουν προσφέρει χρήσιμα εργαλεία, οι συνθήκες και οι προκλήσεις της τρέχουσας συγκυρίας απαιτούν διαφοροποιημένη προσέγγιση.
«Να μην υπάρχει παρανόηση: μη μιλάμε πρόωρα για μέτρα ανακούφισης που θα ενισχύσουν την κατανάλωση», τονίζουν πηγές κοντά στην κυβέρνηση. Εξηγούν ότι χωρίς έλεγχο της αισχροκέρδειας, τυχόν επιδοτήσεις μπορούν να αυξήσουν τις τιμές. Επίσης, αν ο πόλεμος συνεχιστεί, τα στρατηγικά αποθέματα κάθε χώρας θα περιοριστούν, απαιτώντας έλεγχο της κατανάλωσης.
Η Ελλάδα και η Ευρώπη υπήρξαν σε κατάσταση σοκ το 2022 λόγω της αύξησης τιμών που προκλήθηκε από το εμπάργκο στη Ρωσία. Σήμερα, νέες απειλές από χτυπήματα σε πετρελαϊκές υποδομές στο Ιράν και γύρω περιοχές αυξάνουν τους κινδύνους για τη διεθνή ενέργεια. Αυτή η κατάσταση αποτελεί διαφορά σε σχέση με το 2022, όπου οι ομοιότητες είναι περιορισμένες.
Η εμπειρία της προηγούμενης κρίσης δείχνει ότι τα μέτρα δεν φτάνουν πάντοτε γρήγορα στους πολίτες. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έγινε στις 24 Φεβρουαρίου 2022, αλλά τα μέτρα στήριξης ήρθαν με καθυστέρηση. Αυτή η αναγνώριση αποκτά σημασία υπό τις τρέχουσες συνθήκες, καθώς οι καταστάσεις μπορεί να επιταχύνουν τις πολιτικές αντιδράσεις.
Η κρίση του 2022 είχε κυρίως ευρωπαϊκό χαρακτήρα, αλλά η τρέχουσα είναι πιο διεθνοποιημένη. Ιδιαίτερα, η Μέση Ανατολή είναι κρίσιμο σημείο για το παγκόσμιο εμπόριο και την ενέργεια. Επομένως, τα νέα ερωτήματα εστιάζουν όχι μόνο στην ενέργεια αλλά και στον χρόνο επάρκειας και τη στρατηγική αξιοποίηση των αποθεμάτων.
Η ανταπόκριση των κυβερνήσεων το 2022 περιλάμβανε μεγάλες επιδοτήσεις. Ωστόσο, αν οι συνθήκες σήμερα καλύπτουν πλήθος τομέων, οι γενικές επιδοτήσεις δεν αρκούν για την στήριξη της οικονομίας.
Διαβάστε επίσης:
Προς άνοδο το κόστος χρήματος πριν τις αποφάσεις της ΕΚΤ – Το Euribor συμπαρασύρει συνδεδεμένα επιτόκια
ΜΕΒΓΑΛ: Ετοιμάζει επένδυση 150 εκατ. ευρώ για νέο εργοστάσιο στα Κουφάλια
Ενεργειακό σοκ σε εξέλιξη: Εκρηκτική άνοδος σε καύσιμα και ρεύμα – Βαθιές ρωγμές στην Ευρώπη
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα