
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, εξέφρασε τη βούλησή του να επιτύχει μια γρήγορη συμφωνία με το Ιράν, υποστηρίζοντας ότι αυτό είναι εφικτό μέσα στον επόμενο μήνα. Ταυτόχρονα, προειδοποίησε ότι τυχόν αποτυχία διαπραγμάτευσης θα έχει «πολύ τραυματικές» συνέπειες για την Τεχεράνη.
«Η διαδικασία πρέπει να προχωρήσει γρήγορα, να υπάρξει συμφωνία το συντομότερο δυνατό», τόνισε ο Τραμπ κατά τη διάρκεια δημόσιας εκδήλωσης στο Λευκό Οίκο, επισημαίνοντας ότι η συμφωνία πρέπει να είναι «πολύ δίκαιη».
Στις δηλώσεις του, υπογράμμισε ότι αν το Ιράν δεν συμφωνήσει, οι συνέπειες θα είναι «πολύ τραυματικές». «Πρέπει να επιτευχθεί μια συμφωνία, διαφορετικά τα πράγματα θα κοστίσουν ακριβά», πρόσθεσε.
Ο Τραμπ συζήτησε και τη συνεργασία του με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, Μπενιαμίν Νετανιάχου, τη συνάντηση με τον οποίο χαρακτήρισε «πολύ καλή». Δήλωσε ότι ο Νετανιάχου δεν τον αποθάρρυνε από τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων και ότι είναι υπεύθυνος για την τελική απόφαση. Επίσης, επεσήμανε ότι θα έπρεπε να του δοθεί χάρη για τις κατηγορίες διαφθοράς που αντιμετωπίζει, προσθέτοντας ότι ο Ισαάκ Χέρτζογκ, πρόεδρος του Ισραήλ, θα έπρεπε «να ντρέπεται» που δεν έχει προβεί σε αυτήν την κίνηση.
Από την πλευρά του, ο Νετανιάχου, μετά τη συνάντησή του με τον Τραμπ, εξέφρασε την άποψη ότι το Ιράν μπορεί να εξαναγκαστεί να αποδεχτεί «μια καλή συμφωνία», αν και διατύπωσε και επιφυλάξεις σχετικά με την επίτευξή της. Υπογράμμισε την ανάγκη να περιληφθούν στη συμφωνία και ζητήματα που αφορούν τους βαλλιστικούς πυραύλους και τα δίκτυα επιρροής της Ιρανικής Δημοκρατίας.
«Δεν κρύβω την επιφυλακτικότητά μου για τη δυνατότητα να επιτευχθεί οποιαδήποτε συμφωνία με το Ιράν», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Νετανιάχου, αναφερόμενος σε όλα τα σημεία που είναι κρίσιμα για το Ισραήλ και τη διεθνή κοινότητα, πέρα από το πυρηνικό ζήτημα.
Η συνάντηση μεταξύ των δύο ηγετών περιλάμβανε και συζητήσεις για την κατάσταση στη Γάζα, με τον Νετανιάχου να καταλήγει ότι ήταν «μια συνομιλία με έναν μεγάλο φίλο του Ισραήλ».