
Βουλευτικές εκλογές στην Ουγγαρία: Το μεγάλο στοίχημα της 12ης Απριλίου
Στις 12 Απριλίου, η Ουγγαρία θα γνωρίσει ανατροπές στην πολιτική σκηνή με τις βουλευτικές εκλογές που προβλέπουν έναν σφοδρό ανταγωνισμό. Όπως σημειώνουν οι Financial Times και το Reuters, τα αποτελέσματα της αναμέτρησης είναι κρίσιμα για τον Βίκτορ Όρμπαν, ο οποίος κυβερνά ήδη 16 χρόνια. Η φθορά της εξουσίας και η οικονομική επιβράδυνση δημιουργούν ένα σκηνικό αστάθειας και αβεβαιότητας που δεν είχε παρατηρηθεί σε προηγούμενες εκλογές.
Αντίπαλος του Όρμπαν είναι ο Πέτερ Μαγυάρ ηγέτης του κόμματος Tisza, ο οποίος έχει μετατρέψει αυτή την “προβλέψιμη” εκλογική διαδικασία σε έναν πραγματικό «δημοψηφισμό», που θα κρίνει τη μελλοντική κατεύθυνση της χώρας: θα παραμείνει στον δρόμο του Όρμπαν ή θα υιοθετήσει μια πιο συνεργατική στάση προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Δύση;
Όπως αναφέρει ο Economist, η δυναμική του Μαγυάρ αποκτά προεκτάσεις και σε τμήματα της μεσαίας τάξης που παλαιότερα στήριζαν τον Όρμπαν, γεγονός που καθιστά την εκλογική αναμέτρηση λιγότερο προβλέψιμη. Παρόλο που οι πιο πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν το Tisza του Μαγυάρ να προηγείται—με ορισμένες να υποδεικνύουν σημαντική διαφορά—το πολιτικό κλίμα δείχνει σίγουρα πιο δύσκολο για τον Όρμπαν. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι καταδικασμένος σε ήττα. Το εκλογικό σύστημα της Ουγγαρίας, που περιλαμβάνει 199 έδρες, απαιτεί να ληφθεί υπόψη η γεωγραφική κατανομή της ψήφου.
Ο Όρμπαν έχει εστιάσει την καμπάνια του γύρω από το δίλημμα «πόλεμος ή ειρήνη», κατηγορώντας τον αντίπαλό του ότι θα φέρει τη χώρα πιο κοντά σε μια γραμμή που προσδιορίζουν οι Βρυξέλλες και το Κίεβο. Σε αντίθεση, ο Μαγυάρ αναδεικνύει τις προκλήσεις της διαφθοράς, της οικονομικής στασιμότητας και της κατάστασης του κράτους δικαίου.
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εκλογική διαδικασία δεν είναι μόνο θέμα εσωτερικής πολιτικής, αλλά στρατηγικής σημασίας. Η Βουδαπέστη έχει επανειλημμένα μπλοκάρει κρίσιμες αποφάσεις, κυρίως σχετικά με την Ουκρανία και τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Μια αλλαγή στην κυβέρνηση θα μπορούσε να ανοίξει το δρόμο για πιο γρήγορες αποφάσεις και να αποκαταστήσει τη λειτουργικότητα στην Ένωση.
Στις Βρυξέλλες, ελπίζουν ότι μια νέα κυβέρνηση θα τίναξει στον αέρα τις διαρκείς βέτο, ειδικά σε ό,τι αφορά την Ουκρανία, και θα προχωρήσει στην απελευθέρωση περίπου 17 δισεκατομμυρίων ευρώ ευρωπαϊκών πόρων που έχουν μπλοκαριστεί λόγω παραβιάσεων του κράτους δικαίου. Ωστόσο, μαθητές της πολιτικής σκηνής θεωρούν ότι ο Μαγυάρ δεν θα γίνει ο «ναι-μην» των Βρυξελλών, αλλά θα επιχειρήσει έναν πιο συνεργατικό ρόλο.
Επιπλέον, η ιδεολογική διάσταση αυτών των εκλογών είναι επίσης κρίσιμη. Ο Όρμπαν έχει γίνει αναφορά για πολλές ευρωπαϊκές ακροδεξιές δυνάμεις, όπως η Μαρίν Λεπέν και ο Ματέο Σαλβίνι. Μια ενδεχόμενη ήττα του θα μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες για την πολιτική σκηνή στην Ευρώπη, αποδυναμώνοντας τον εθνικολαϊκισμό.
Η σημασία των αποτελεσμάτων εκτείνεται και πέρα από τις ευρωπαϊκές χώρες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Όρμπαν αποτελεί σημείο αναφοράς για τις συντηρητικές δυνάμεις, κυρίως γύρω από τον Ντόναλντ Τραμπ. Αν ο Όρμπαν κερδίσει, θα αποτελέσει ένα επιβεβαιωτικό δείγμα για την ατζέντα του Τραμπ, ενώ αν ηττηθεί, θα δείξει ότι ακόμα και καλά εδραιωμένα εθνικολαϊκά καθεστώτα μπορούν να φθαρούν σε δύσκολες οικονομικές συνθήκες.
Τέλος, η γεωπολιτική διάσταση συνεχίζει να έχει μεγάλη σημασία, ιδίως στο θέμα της στάσης της Βουδαπέστης απέναντι στη Μόσχα και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Οποιεσδήποτε αλλαγές στην ηγεσία ενδέχεται να ενισχύσουν τη συνοχή του δυτικού μπλοκ, ενώ η επιμονή του Όρμπαν θα διατηρήσει την αστάθεια.
Οι εκλογές της 12ης Απριλίου είναι λοιπόν περισσότερο από μια απλή εθνική αναμέτρηση. Είναι ένα τεστ αν ο «ορμπανισμός» παραμένει βιώσιμος και αν η ΕΕ μπορεί να προχωρήσει χωρίς τον στρατηγικό της σαμποτέρ. Θα δούμε αν η ιδεολογία του Όρμπαν έχει ακόμη μέλλον ή αν πλέον έχει ημερομηνία λήξης.