
Μια συμμαχία χωρών στην Καραϊβική εργάζεται για την άντληση 200 εκατομμυρίων δολαρίων, στοχεύοντας σε μια κοινή πρωτοβουλία για την ενίσχυση της βιοποικιλότητας και την αύξηση της επιρροής τους στα διεθνώς χρηματοδοτούμενα περιβαλλοντικά έργα. Αυτό ανακοίνωσε η πρέσβειρα της Γρενάδας για το κλίμα, Safiya Sawney, σε δηλώσεις της προς το Reuters.
Αυτή η πρωτοβουλία γνωστή ως 30×30, που συντονίζεται από τον Οργανισμό Κρατών της Ανατολικής Καραϊβικής (OECS) και περιλαμβάνει 12 μέλη, εντάσσεται σε μια ευρύτερη παγκόσμια προσπάθεια για την εκπλήρωση των προγραμματισμένων στόχων το 2022, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας του 30% των χερσαίων και θαλάσσιων περιοχών έως το 2030.
Η προσδοκία είναι ότι οι διακρατικές συνεργασίες, με την καθοδήγηση των κυβερνήσεων, θα φέρουν καλύτερα αποτελέσματα, καθώς θα διευκολύνουν την πρόσβαση σε χρηματοδότηση από διεθνείς και τοπικούς οργανισμούς, φιλανθρωπικά ιδρύματα καθώς και τον ιδιωτικό τομέα. Όπως επισημαίνει η Sawney, αυτό περιλαμβάνει και χρηματοοικονομικά εργαλεία, όπως οι ανταλλαγές χρέους για περιβαλλοντικές δράσεις.
«Οι χώρες της Καραϊβικής επιδιώκουν πιο αποδοτική περιβαλλοντική χρηματοδότηση», τονίζει η Sawney, επισημαίνοντας ότι παρά τη συγκέντρωση περίπου 650 εκατομμυρίων δολαρίων για περιβαλλοντικές δράσεις τα τελευταία 20 χρόνια, οι κυβερνήσεις συχνά βρίσκονται σε θέση να προσαρμόζουν τις δράσεις τους στις απαιτήσεις των διεθνών δωρητών.
«Αυτή η χρηματοδότηση φαίνεται μεγάλη, αλλά δεν βλέπουμε το αντίκτυπο που θα περιμέναμε», αναφέρει.
Μια έκθεση της πρωτοβουλίας Back to Blue, που εστιάζει στη βιωσιμότητα των ωκεανών, επισημαίνει ότι οι περιφερειακές προσεγγίσεις όπως το 30×30 του OECS είναι κρίσιμες για την αντιμετώπιση μεγάλου χρηματοδοτικού κενού. Τα Μικρά Νησιωτικά Αναπτυσσόμενα Κράτη (SIDS) παγκοσμίως χρειάζονται περίπου 12 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως για να προσαρμοστούν στην κλιματική αλλαγή, αλλά μόλις 2 δισεκατομμύρια είναι αυτά που λαμβάνουν.
«Υπάρχει σοβαρό χάσμα ανάμεσα στις κυβερνητικές ανάγκες και στις προθέσεις των δωρητών», καταλήγει η Sawney, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για καλύτερη κατανόηση και συνεργασία.
Επιπλέον, η οικονομική υποστήριξη από τις πλουσιότερες χώρες περιορίζεται, καθιστώντας απαραίτητο να πραγματοποιούνται έργα σε περιφερειακό επίπεδο και να προσελκύονται περισσότερες ιδιωτικές επενδύσεις. «Το πρόγραμμα είναι ζωτικής σημασίας για εμάς, καθώς πρέπει να αποδείξουμε στους επενδυτές ότι αποτελούμε μια αξιόπιστη επενδυτική επιλογή», προσθέτει.