
Η Κομισιόν καθορίζει νέες κατευθύνσεις για την ενεργειακή πολιτική της Ευρώπης, εν όψει της κρίσης που δημιουργήθηκε από τις αυξημένες τιμές φυσικού αερίου και πετρελαίου, εξαιτίας των πρόσφατων αναταραχών στη Μέση Ανατολή. Αφού προετοιμάστηκε για τη συνεδρίαση του Eurogroup στις 27 Μαρτίου, η ηγεσία της ΕΕ προτείνει την αποφυγή της εφαρμογής της γενικής ρήτρας διαφυγής, επισημαίνοντας την αναγκαιότητα στοχευμένων μέτρων για τις ευπαθείς ομάδες υπέρ μιας ενδεχόμενης έκτακτης φορολόγησης των υπερκερδών των ενεργειακών εταιρειών.
Η ξεκάθαρη θέση της Κομισιόν αποτυπώνει την προτίμηση να μην ενεργοποιηθούν οι ρήτρες διαφυγής ούτε σε επίπεδο ΕΕ ούτε σε εθνικό επίπεδο. Αυτή η στρατηγική έχει σημασία για τη διάσκεψη των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης, η οποία είναι υπό την προεδρία του Κυριάκου Πιερρακάκη, ο οποίος έχει εκφράσει ανησυχίες για την έλλειψη κοινής γραμμής στην ΕΕ. Πολλές χώρες, όπως η Ισπανία και η Ιταλία, έχουν προχωρήσει σε εθνικά μέτρα, δείχνοντας ότι δεν περιμένουν μια ενιαία ευρωπαϊκή προσέγγιση, η οποία αντιμετωπίζει προκλήσεις που σχετίζονται με τις διαφορές στα ενεργειακά μείγματα και τις δημοσιονομικές δυνατότητες.
Αν αυτή η θέση γίνει αποδεκτή κατά τη διάρκεια του Eurogroup, φαίνεται ότι θα απομακρύνει την πιθανότητα να ληφθούν φορολογικά μέτρα στην Ελλάδα, όπως η μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, συνδέοντας τη με την εφαρμογή ρήτρας διαφυγής. Ουσιαστικά, η Αθήνα επιδιώκει ενδεχόμενες λύσεις μέσω ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών, τις οποίες όμως δεν φαίνεται να υπάρχουν αυτή τη στιγμή.
Η αναφορά της Κομισιόν στις προηγούμενες πολιτικές που εφαρμόστηκαν κατά την ενεργειακή κρίση του 2022-2023 επισημαίνει την ανάγκη για αυστηρή δημοσιονομική διαχείριση και περιορισμένη χρήση μέτρων, τα οποία κρίνονται αναποτελεσματικά και κοστοβόρα. Η Επιτροπή τονίζει τη σημασία της στοχευμένης και προσωρινής στήριξης για τις υψηλές τιμές ενέργειας, χωρίς να επιβαρυνθούν υπερβολικά τα δημοσιονομικά.
Κατά την ενημέρωση, η Κομισιόν ανέφερε ότι οι ευρωπαϊκές χώρες δαπάνησαν συνολικά το 2,2% του ΑΕΠ της ΕΕ για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης μεταξύ 2022-2024. Το 60% αυτής της δαπάνης κατευθύνθηκε σε παρεμβάσεις για τη μείωση των τιμών ενέργειας, αλλά μόλις το 0,3% του ΑΕΠ έφθασε στις πιο ευάλωτες ομάδες. Αυτό σημαίνει ότι τα γενικά μέτρα ήταν αναποτελεσματικά και η ΕΕ θα πρέπει να εστιάσει σε στοχευμένα και προσωρινά μέτρα, ώστε να αποφεύγονται οι υπερβολικές δαπάνες και η αύξηση της χρήσης ορυκτών καυσίμων.
Η Επιτροπή προτείνει διάφορες στρατηγικές, αρχής γενομένης από ενημερωτικές εκστρατείες για εξοικονόμηση ενέργειας. Θεωρεί ότι τα μέτρα στήριξης εισοδήματος είναι προτιμότερα, καθώς παρέχουν άμεσες λύσεις για τις ευπαθείς ομάδες, αλλά απαιτούν ακριβή στόχευση. Επίσης, προτείνεται η μείωση φόρων και εισφορών στην ηλεκτρική ενέργεια, αν και αυτό μπορεί να έχει επιπτώσεις στα δημόσια έσοδα, κάνοντάς το ένα εργαλείο που πρέπει να χρησιμοποιείται προσεκτικά, καθώς και η εφαρμογή πλαφόν στις τιμές ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου για τους ευάλωτους καταναλωτές.
Τα μέτρα θα πρέπει να περιλαμβάνουν ένα χρονοδιάγραμμα για την άρση τους (sunset clause) και προτείνεται η χρηματοδότησή τους μέσω εσόδων από το Χρηματιστήριο Ρύπων και τη φορολόγηση των υπερεσόδων από τις υψηλές τιμές ενέργειας.
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι όλα τα δημοσιονομικά μέτρα πρέπει να είναι συμβατά με τον καθορισμένο «οδικό χάρτη» της ΕΕ για δημόσιες δαπάνες. Παράλληλα, δεν προτείνεται η ενεργοποίηση της γενικής ρήτρας διαφυγής, καθώς η ισχυρή οικονομική επιβράδυνση δεν έχει επαληθευθεί. Ειδικότερα, πολλές χώρες της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, έχουν χρησιμοποιήσει εθνικές ρήτρες για τις αμυντικές δαπάνες, γεγονός που μπορεί να επιβαρύνει τη δημοσιονομική τους θέση.
Στο πλαίσιο αυτό, οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα σε λύσεις με σαφές κόστος. Οι φορο ελαφρύνσεις επιβαρύνουν τους προϋπολογισμούς, οι επιδοτήσεις δεν διορθώνουν τη δομή των τιμών και οι ρυθμιστικές παρεμβάσεις απαιτούν χρόνο. Παράγοντες της αγοράς τονίζουν τη σημασία της ταχύτητας αντίδρασης, καθώς επιμηκυνόμενη διάρκεια υψηλών τιμών ενέργειας μπορεί να οδηγήσει σε πληθωριστικά φαινόμενα που θα διαχυθούν στην οικονομία. Στη συνεδρίαση του Eurogroup δεν αναμένονται νέα πακέτα μέτρων, αλλά θα επιχειρηθεί να προσεγγιστεί πολιτική συναίνεση σχετικά με την αντιμετώπιση της κατάστασης, κάτι που θα καθορίσει την ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Διαβάστε επίσης