
«Οι πιέσεις στις τιμές ενέργειας επιστρέφουν και η Ευρώπη πρέπει να είναι έτοιμη για μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας, λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή». Με αυτή την επισήμανση, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών της Ελλάδας και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, περιέγραψε το κλίμα που κυριάρχησε στη χθεσινή συνεδρίαση των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης. Η κλιμάκωση της έντασης στην περιοχή αναζωπυρώνει τις ανησυχίες για τις διεθνείς ενεργειακές αγορές, Θέτοντας υπό αμφισβήτηση την οικονομική σταθερότητα και δημιουργώντας φόβους για плθωριστικό σπιράλ. Οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου αυξάνονται σε ανησυχητικά επίπεδα, καθώς κάθε νέο γεγονός από τη Μέση Ανατολή προκαλεί άμεσες αντιδράσεις στις αγορές, υπογραμμίζοντας την αβεβαιότητα που επικρατεί.
Αντιδρώντας στα συμβαίνοντα, ο κ. Πιερρακάκης δήλωσε, αμέσως μετά το Eurogroup, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση παρακολουθεί προσεκτικά τις αγορές. «Η ευρωπαϊκή οικονομία αποδεικνύει ανθεκτικότητα και μπορεί να απορροφήσει προσωρινά σοκ. Ωστόσο, προειδοποίησε πως θα πρέπει να προετοιμαστούμε για μια πιο παρατεταμένη περίοδο αστάθειας, με πιθανές διαταραχές στα ναυτιλιακά δίκτυα και αυξήσεις στις τιμές ενέργειας, κάτι που θα επηρεάσει τον πληθωρισμό».
Η συνεδρίαση αποκάλυψε τη νευρικότητα των αγορών, καθώς στην αγορά του πετρελαίου οι τιμές παρουσίασαν μεγάλη αστάθεια. Μετά από μια απότομη αύξηση που εκτόξευσε το αργό πετρέλαιο έως τα 120 δολάρια το βαρέλι λόγω ανησυχιών για ναυτιλιακές διαταραχές, οι τιμές διορθώθηκαν γρήγορα κάτω από το σημαντικό όριο των 90 δολαρίων. Κάθε πλήγμα στις ενεργειακές υποδομές ή νέα κλιμάκωση της σύγκρουσης προκαλεί άμεση αύξηση στις τιμές, ενώ ακόμη και ήπιες ενδείξεις αποκλιμάκωσης μπορούν να φέρουν πτώση.
Αμέσως μετά τη διαρροή ότι ο Ντόναλντ Τραμπ επικοινώνησε με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, οι τιμές του πετρελαίου άρχισαν να πέφτουν. Οι πληροφορίες από το Κρεμλίνο αναφέρουν ότι η συζήτηση περιλάμβανε περισσότερα από διπλωματικά ζητήματα, καθώς αντάλλαξαν απόψεις για τη σταθερότητα στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά.
Η επαφή αυτή εκλήφθηκε ως ένδειξη ότι οι ΗΠΑ και η Ρωσία επιδιώκουν να αυξήσουν τη ροή ρωσικού πετρελαίου στις διεθνείς αγορές, προκειμένου να καλύψουν το κενό που θα μπορούσε να προκύψει από έναν παρατεταμένο αποκλεισμό του Περσικού Κόλπου. Αυτή η προοπτική λειτούργησε ως βαλβίδα εκτόνωσης, εξομαλύνοντας αμέσως τις τιμές.
Ωστόσο, οι Ευρωπαίοι εκπρόσωποι, με τον επίτροπο Οικονομίας Βάλντις Ντομπρόβσκις, τόνισαν ότι η ΕΕ δεν πρόκειται να μειώσει την πίεση προς τη Μόσχα. Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, επισημάνθηκε ότι η διατήρηση των κυρώσεων είναι θεμελιώδους σημασίας για να μην ενισχυθεί η ικανότητα της Ρωσίας να χρηματοδοτήσει τον πόλεμο στην Ουκρανία, ακόμα και σε περίοδο αυξημένης αστάθειας στις αγορές.
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης κάλεσε τους Ευρωπαίους ηγέτες να κρατήσουν ψυχραιμία και υπογράμμισε ότι η ΕΕ διαθέτει τα εργαλεία για να καταπολεμήσει μια νέα ενεργειακή κρίση. Μετά την ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έχει δημιουργηθεί μια ολοκληρωμένη «εργαλειοθήκη» παρέμβασης, έτοιμη προς αξιοποίηση αν παραστεί ανάγκη.
Παρ’ όλα αυτά, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει η διάρκεια της σύρραξης στη Μέση Ανατολή. Όσο περισσότερο διαρκεί η κρίση και όσο αυξάνονται οι κίνδυνοι για τις ενεργειακές υποδομές, τόσο ενδέχεται να γίνουν πιο έντονες οι διακυμάνσεις στα διεθνή επίπεδα τιμών.
Σοβαρή συζήτηση πραγματοποιήθηκε στο Eurogroup σχετικά με τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου και το ενδεχόμενο αξιοποίησής τους ως μέτρο κατά της ανόδου των τιμών. Ο επίτροπος Οικονομίας Βάλντις Ντομπρόβσκις τόνισε ότι τα αποθέματα είναι εδώ για τέτοιες κρίσιμες στιγμές, αν και δεν έχουν ληφθεί αποφάσεις για συντονισμένη αποδέσμευση. Το θέμα συζητείται και στο G7, όπου οι συμμετέχουσες χώρες έχουν εκφράσει την ετοιμότητά τους να παρέμβουν εάν κριθεί απαραίτητο, με πιθανή διοχέτευση 300–400 εκατ. βαρελιών από τα στρατηγικά αποθέματα, γεγονός που αντιστοιχεί περίπου στο 25%–30% των συνολικών δημόσιων αποθεμάτων.
Η «πρώτη ανάγνωση» δείχνει ότι το Eurogroup επιδιώκει να διατηρήσει όλες τις επιλογές ανοιχτές, με σαφή την πρόθεση ότι η Ευρώπη δεν θα αιφνιδιαστεί όπως έχει συμβεί στο παρελθόν. Η ανάγκη λήψης πιο αυστηρών μέτρων θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη της γεωπολιτικής κρίσης τις προσεχείς εβδομάδες.
Σε μια πρόσφατη εκδήλωση στο Μαϊάμι, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι «ο πόλεμος δεν θα τελειώσει αυτή την εβδομάδα, αλλά θα τελειώσει σύντομα», προσπαθώντας να απαντήσει στην αβεβαιότητα γύρω από τη διάρκεια της κρίσης. Ωστόσο, αργότερα υπογράμμισε τη δέσμευσή του για τον τερματισμό της σύγκρουσης κατά τη διάρκεια συγκέντρωσης Ρεπουμπλικανών βουλευτών.
Αν και οι δηλώσεις του Τραμπ μπορεί να δημιουργούν σύγχυση, η Ευρώπη φαίνεται προετοιμασμένη να προσεγγίσει την κατάσταση με ρεαλισμό. Μέχρι στιγμής, τα μέτρα αποφυγής έχουν παραμείνει ανενεργά, καθώς η ΕΕ δεν ανησυχεί για τη διαθεσιμότητα ενέργειας, αλλά για τις αυξανόμενες τιμές λόγω της πολιτικής έντασης.
Η Ελλάδα βιώνει ήδη τις συνέπειες της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Στο Μέγαρο Μαξίμου πραγματοποιήθηκε χθες σύσκεψη με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και τους υπουργούς Ανάπτυξης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, καθώς και τον υφυπουργό Εθνικής Οικονομίας, όπου συζητήθηκαν οι προοπτικές της αγοράς ενέργειας. Παρά την έλλειψη αποφάσεων, οι υπουργοί παρουσίασαν μια σειρά πιθανών μέτρων.
Πηγές από το υπουργείο Ενέργειας αναφέρουν ότι η αύξηση της τιμής του ντίζελ είναι αυτή που έχει προξενήσει την μεγαλύτερη ανησυχία, με τις τιμές να έχουν εκτοξευτεί κατά 25-26 λεπτά το λίτρο μέσα σε δέκα ημέρες. Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι η τιμή της βενζίνης μπορεί να φτάσει τα 2 ευρώ ανά λίτρο εάν οι τιμές πετρελαίου ξεπεράσουν τα 100 δολάρια το βαρέλι.
Αξιοσημείωτο είναι ότι, παρά την πετρελαϊκή κρίση, η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα παρουσιάζει ανθεκτικότητα, κατατάσσοντας τη χώρα στις φθηνότερες στην ΕΕ. Οι χονδρεμπορικές τιμές ρεύματος είναι σε επίπεδα κάτω από αυτά άλλων ευρωπαϊκών αγορών, γεγονός που οφείλεται κατά μεγάλο ποσοστό στην καλή συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών και της χαμηλής εποχικής ζήτησης.
Καθώς η αβεβαιότητα παραμένει, περισσότερες χώρες εξετάζουν μέτρα για να περιορίσουν την ενεργειακή κρίση. Ουγγαρία και Κροατία έχουν ανακοινώσει πλαφόν στις τιμές των καυσίμων, ενώ η Αυστρία εξετάζει τη μείωση φόρων για την ανακούφιση των καταναλωτών. Η Γαλλία αυξάνει τους ελέγχους στην αγορά, προς το παρόν αποφεύγοντας δημοσιονομικά μέτρα.
Οι συνέπειες της κρίσης στη Μέση Ανατολή είναι πιθανό να αγγίξουν και την ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου, με το Κατάρ να είναι στο επίκεντρο της προσοχής. Η πτώση παραγωγής και η αναστολή παραδόσεων από το Ras Laffan μπορεί να περιορίσουν την παγκόσμια προσφορά LNG, ενώ ο ανταγωνισμός με την Ασία υπογραμμίζει ακόμα περισσότερο την πίεση στις ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου.
Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι οι μειώσεις παραδόσεων από το Κατάρ ενδέχεται να γίνουν πιο εμφανείς από τον Απρίλιο. Η απώλεια φορτίων θα μπορούσε να δώσει νέα ώθηση στις τιμές, αυξάνοντας τις αντιστάσεις απέναντι στην ευρωπαϊκή αγορά.
Διαβάστε ακόμη