
Η ενεργειακή κρίση που εκδηλώθηκε το 2022 έχει επηρεάσει καθοριστικά τη στρατηγική του οικονομικού επιτελείου, καθώς οι πρόσφατες εξελίξεις στην Μέση Ανατολή επαναφέρουν στο προσκήνιο το ερώτημα αν θα χρειαστεί να επιστρατευτούν εκ νέου τα ήδη γνωστά εργαλεία στήριξης της οικονομίας. Στο παρελθόν, η απότομη αύξηση των τιμών ενέργειας μετά την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία προκάλεσε την εφαρμογή ενός συνόλου μέτρων για τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων, όπως επιδοτήσεις στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου, το Fuel Pass για τα καύσιμα, και οι επιστροφές χρεώσεων μέσω του Power Pass. Παρά τις αυξανόμενες ανησυχίες, οι κυβερνητικές αρχές δεν προβαίνουν σε επίσημες ανακοινώσεις για νέα επιδοτούμενα μέτρα, αν και επαναλαμβάνουν ότι το προηγούμενο μοντέλο βοήθειας παραμένει σε σκέψη, εφόσον η γεωπολιτική κρίση επιδεινωθεί και επηρεάσει τις αγορές.
Η ενεργοποίηση της «εργαλειοθήκης» δεν ήρθε άμεσα το 2022, καθώς η κατάσταση κλιμακωνόταν σταδιακά. Στην αρχή του συγκεκριμένου έτους, τα πρώτα μέτρα στήριξης είχε ήδη κοστίσει περίπου 400 εκατ. ευρώ, ενώ αργότερα το οικονομικό επιτελείο σκεφτόταν τον συμπληρωματικό προϋπολογισμό 2 δισ. ευρώ για να καλυφθούν οι αυξανόμενες απαιτήσεις από την ενεργειακή αύξηση. Στις αρχές Μαΐου, ανακοινώθηκε νέο πακέτο στήριξης ύψους 3,2 δισ. ευρώ, με τις επιδοτήσεις ηλεκτρικού ρεύματος για τον Αύγουστο να ξεπερνούν το 1 δισ. ευρώ. Έτσι, θα μπορούσε κανείς να πει ότι η «εργαλειοθήκη» αποτέλεσε μια σειρά παρεμβάσεων που γίνονταν όλο και πιο εκτενείς όσο η κρίση συνεχιζόταν.
Ο συνολικός έλεγχος των κρατικών αντίκτυπων αποτυπώνει το εύρος αυτών των παρεμβάσεων, καθώς τα κύρια πακέτα στήριξης προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις έφτασαν κοντά στα 6 δισ. ευρώ, ενώ αν συνυπολογιστούν και οι επιδοτήσεις ενέργειας, η συνολική οικονομική στήριξη ξεπέρασε τα 10 δισ. ευρώ κατά τη διάρκεια της κρίσης. Αυτό το δεδομένο είναι καίριο, καθώς υποδηλώνει ότι η διαχείριση τότε δεν είναι περιορισμένη σε μια αυστηρή δημοσιονομική προσέγγιση, αλλά αντίθετα αντλεί πόρους στοχευμένα όσο διαρκούσε η κρίση.
Το πού αντλήθηκαν αυτά τα κεφάλαια αποτελεί σήμερα το κλειδί της σύγκρισης με την τρέχουσα κατάσταση. Ένα μεγάλο ποσοστό προήλθε από τον κρατικό προϋπολογισμό, καθώς και από δημοσιονομικές ευχέρειες που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια του έτους. Η κυβέρνηση είχε προχωρήσει σε συμπληρωματικό προϋπολογισμό το 2022 για τη δημιουργία πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου, ενώ υπεραποδόσεις στα φορολογικά έσοδα και ανακατανομές δαπανών συνέβαλαν επίσης στη χρηματοδότηση. Κατά συνέπεια, η χρηματοδότηση δεν προήλθε ποτέ από μια μοναδική πηγή, αλλά από μια συνδυαστική προσέγγιση δημοσιονομικής ευελιξίας και αντοχής.
Επίσης, σημαντικός παράγοντας υπήρξε η έκτακτη φορολόγηση των υπερεσόδων στον τομέα της ενέργειας. Επιβλήθηκε αναδρομικός φόρος στα υπερκέρδη των ηλεκτροπαραγωγών λόγω της αντίκτυπης αύξησης στις χονδρεμπορικές τιμές, ενώ επεστράφησαν έσοδα από το ηλεκτρικό δίκτυο μέσω ανάλογου μηχανισμού. Αυτά τα ποσά χρηματοδότησαν τα επιδόματα στους λογαριασμούς. Στο τέλος του 2022, προστέθηκε και η έκτακτη φορολόγηση των διυλιστηρίων, που αύξησε ακόμη περισσότερο το δημοσιονομικό απόθεμα για τη στήριξη. Η φιλοσοφία εκείνης της περιόδου είχε ως στόχο ένα μέρος των εξόδων να καλυφθεί από τον προϋπολογισμό και το άλλο μέσω των υπερεσόδων που προκαλούνται από την ίδια την κρίση.
Αναμφισβήτητο κρίνεται και το σημαντικότερο ρόλο της Ευρώπης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσέφερε σημαντική δημοσιονομική ευελιξία λόγω των συνθηκών του πολέμου στην Ουκρανία, επιτρέποντας στα κράτη μέλη να προχωρήσουν σε επιδοτήσεις και παρεμβάσεις για την οικονομική υποστήριξη με μεγαλύτερη επιτυχία. Με λίγα λόγια, οι πολιτικές στήριξης σε εθνικό επίπεδο είχαν στο πλευρό τους και ένα ευρωπαϊκό θεσμικό δίχτυ προστασίας.
Σήμερα, ωστόσο, το τοπίο έχει αλλάξει. Παρά τις αναταράξεις που προκαλεί η Μέση Ανατολή στην ενεργειακή αγορά και την παγκόσμια οικονομία, η κυβέρνηση θεωρεί πως είναι πρόωρο να εφαρμοστούν μεγάλες δημοσιονομικές παρεμβάσεις. Το πρώτο βήμα που έχει ήδη γίνει είναι το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους στις τιμές καυσίμων και βασικών προϊόντων, με στόχο την αποφυγή καταχρηστικών αυξήσεων και την προστασία των καταναλωτών από τις επιβαρύνσεις.
Σύμφωνα με τις κυβερνητικές εκτιμήσεις, η «εργαλειοθήκη» του 2022 θα ξανασυζητηθεί μόνο αν συντρέξουν συγκεκριμένες συνθήκες. Η πρώτη αφορά την ένταση της κρίσης στην ενέργεια, ειδικά αν οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν πάνω από τα 100 δολάρια και οι τιμές του φυσικού αερίου συνεχίζουν να αυξάνονται. Η δεύτερη σχετίζεται με τη διάρκεια της κρίσης, καθώς το οικονομικό επιτελείο προσπαθεί να διακρίνει αν πρόκειται για προσωρινό φαινόμενο ή μια μακροχρόνια κατάσταση. Η τρίτη πτυχή είναι αν οι αυξήσεις αρχίσουν να μετακυλίονται στην πραγματική οικονομία, επηρεάζοντας τις τιμές βασικών αγαθών και την αναμενόμενη αύξηση κόστους στις μεταφορές.
Σύμφωνα με ένα δυσμενές σενάριο που εξετάζεται στα μακροοικονομικά σχέδια, εάν οι τιμές ενέργειας εκτοξευτούν, θα μπορούσαν να επιβραδύνουν την οικονομική ανάπτυξη και να εντείνουν τον πληθωρισμό, κάτι που θα πυροδοτούσε την ανάγκη για μέτρα στήριξης.
Όμως, το μεγάλο ερώτημα παραμένει το ίδιο όπως και το 2022: πού θα βρεθούν τα απαιτούμενα κεφάλαια. Μέχρι τώρα δεν έχει συσταθεί νέο ταμείο για ενεργειακή κρίση ούτε έχει ανακοινωθεί συμπληρωματικός προϋπολογισμός. Αν η κατάσταση ενταθεί, πηγές χρηματοδότησης μπορεί να προκύψουν από τον ανασχεδιασμό δαπανών, την αξιοποίηση υπεραποδόσεων φορολογικών εσόδων, τη δυνητική δημιουργία συμπληρωματικού προϋπολογισμού, αλλά και νέες φορολογικές παρεμβάσεις στον τομέα της ενέργειας εφόσον δημόσιες επιδοτήσεις μπορούν να συλλεχθούν από υπερέσοδα.
Το δεύτερο σημαντικό ζήτημα είναι η στάση της Ευρώπης. Οι οικονομικοί κανονισμοί αυτή τη στιγμή είναι πολύ πιο αυστηροί σε σχέση με την περίοδο της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης. Ωστόσο, υπάρχει η πρόβλεψη δυνατότητας προσωρινής απόκλισης από τον δημοσιονομικό στόχο σε περίπτωση σοβαρής οικονομικής κρίσης ή μεγάλων γεωπολιτικών εξελίξεων. Αν η ενεργειακή αναστάτωση επηρεάσει σε ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι πιθανό να δημιουργηθεί νέο περιθώριο για μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία.
Με αυτά τα δεδομένα, η «εργαλειοθήκη» της κρίσης παραμένει έτοιμη για χρήση, αλλά η ενεργοποίησή της δεν είναι σίγουρη. Όπως και το 2022, θα κριθεί από τη διάρκεια και την ένταση της κρίσης, καθώς και την επίδραση που θα έχει στην πραγματική οικονομία και τα νοικοκυριά. Μόνο σε αυτήν την περίπτωση θα χρειαστεί η κυβέρνηση να αποφασίσει αν θα εφαρμόσει ξανά τα επιδόματα ή αν θα ενεργήσει με περιορισμένες παρεμβάσεις.
Διαβάστε επίσης
Μέση Ανατολή: Μπαράζ επιθέσεων σε λιμάνια και πλοία – Νέο άλμα για τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου
Ινστιτούτο Δέον στο newmoney: Πώς μπορεί η Ελλάδα να παράγει πυρηνική ενέργεια
ONEX: Ρεκόρ δραστηριότητας στα ναυπηγεία της σε Ελευσίνα και Σύρο με στόχο τα 1.000 πλοία
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα