
Η μετάβαση από τη χρήση φυσικού αερίου σε ανανεώσιμα αέρια εισέρχεται σε νέα φάση στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, και συγκεκριμένα στην Ελλάδα. Αυτή η αλλαγή δεν περιορίζεται πια σε στρατηγικές και πολιτικές δηλώσεις, αλλά αποκτά πρακτική υπόσταση μέσω έργων υποδομής και μελετών που εστιάζουν στο πώς μπορούν οι εγκαταστάσεις να ενσωματώσουν υδρογόνο. Το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει είναι η έγκαιρη ετοιμότητα των αγωγών και της αγοράς για την υποδοχή πράσινων επενδύσεων αξίας δισεκατομμυρίων.
«Τα έως τώρα δεδομένα δείχνουν ότι αρχίζουν να διαμορφώνονται οι πρώτες ρεαλιστικές προϋποθέσεις για να αποκτήσει υπόσταση η παραγωγή υδρογόνου στη χώρα, υπό τρεις όμως σαφείς όρους», τονίζουν πηγές στο energygame.gr. Πρώτον, θα πρέπει να αναπτυχθούν έργα μεταφοράς και εξαγωγικών διαδρόμων, ώστε να παρέχεται διέξοδος για τις παραγόμενες ποσότητες. Δεύτερον, είναι αναγκαία η ανάπτυξη εγχώριας και περιφερειακής ζήτησης, κυρίως από τη βιομηχανία και την ηλεκτροπαραγωγή, προκειμένου να στηριχθεί ένα βιώσιμο εμπορικό μοντέλο. Τρίτον, θα πρέπει να καλυφθούν τα θεσμικά και χρηματοδοτικά κενά που εμποδίζουν τις επενδυτικές αποφάσεις. Όπως επισημαίνουν οι ίδιοι οι αναλυτές, «τα δίκτυα μπορεί να γίνουν έτοιμα πριν από την αγορά». Ωστόσο, το ζητούμενο δεν είναι μόνο πότε θα ανοίξει ο πρώτος αγωγός, αλλά ποιοι θα είναι διατεθειμένοι να αγοράσουν το υδρογόνο σε ανταγωνιστική τιμή.
Κεντρικές υποδομές όπως ο Διαδριατικός Αγωγός (TAP) είναι κρίσιμες σε αυτή τη διαδικασία. Συνδέοντας την Κασπία με την Ιταλία μέσω Ελλάδας και Αλβανίας, θεωρείται ώριμη δομή για μελλοντικές ροές υδρογόνου. Η στρατηγική του βασίζεται σε σταδιακή μετάβαση, αρχίζοντας με την ανάμιξη υδρογόνου και φυσικού αερίου και προχωρώντας προς τη μεταφορά καθαρού υδρογόνου. Καθώς από το 2021 υπάρχουν ενδείξεις ότι ο αγωγός πληροί τις τεχνικές απαιτήσεις για την υποστήριξη αυτών των μειγμάτων, το επόμενο σημαντικό βήμα θα είναι μια ανάλυση της «υδρογόνου gap», για την οποία έχει αναληφθεί έργο από την εταιρεία Penspen και αναμένεται να διαρκέσει μέχρι το 2025. Το 2026-2027 φαίνεται ότι θα είναι καθοριστικό για τον προσδιορισμό της δυνατότητας του TAP να προχωρήσει σε εμπορική μεταφορά υδρογόνου.
Στους σχεδιασμούς επανέρχεται και ο H2DRIA, που θα συνδέσει την Ελλάδα με τη Βουλγαρία, ο οποίος προορίζεται αποκλειστικά για 100% καθαρό υδρογόνο. Μήκους περίπου 570 χιλιομέτρων, το έργο είναι ενταγμένο στα Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος της Ε.Ε. και εξασφαλίζει επιτάχυνση στα θέματα αδειοδότησης και χρηματοδότησης. Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει ληφθεί οριστική επενδυτική απόφαση, καθώς πρόκειται για επένδυση μεγάλης κλίμακας που θα ακολουθήσει την αγορά.
Άλλος ένας διασυνδετήρας είναι ο Poseidon, ο οποίος σχεδιάζεται για την σύνδεση Ελλάδας-Ιταλίας και λειτουργεί στο πλαίσιο του SoutH₂ Corridor. Ο αγωγός, μήκους περίπου 340 χιλιομέτρων, έχει την ικανότητα να μεταφέρει αρχικά έως 90 GWh υδρογόνου ημερησίως, με προοπτική αναβάθμισης. Η υλοποίηση διαφόρων υποδομών και η πολιτική στήριξη είναι κρίσιμες, με προοπτικές δράσης μετά το 2030.
Στον καμβά των διασυνδέσεων περιλαμβάνεται και ο αγωγός Ελλάδας-Βόρειας Μακεδονίας, σχεδιασμένος ως hydrogen-ready και προγραμματισμένος για λειτουργία το 2027. Αν και μικρότερης κλίμακας, έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως πιλοτικός διάδρομος για μελλοντικές ροές υδρογόνου στα Βαλκάνια, ανοίγοντας το δρόμο για μεγάλες εξαγωγές προς την Κεντρική Ευρώπη.
Ενώ τα μεγάλα διασυνοριακά έργα έχουν μακροχρόνιο ορίζοντα, ο ΔΕΣΦΑ εστιάζει σε επενδύσεις στο εγχώριο σύστημα που είναι ζωτικής σημασίας για την αξιοποίηση του υδρογόνου στην ελληνική αγορά. Ο αγωγός Πτολεμαΐδας V – Αγίου Δημητρίου, μήκους περίπου 50 χιλιομέτρων, θα ενώνει ενεργειακές εγκαταστάσεις της ΔΕΗ και έχει προϋπολογισμό 69 εκατ. ευρώ. Η εμπορική του λειτουγία προγραμματίζεται για το 2027, με στόχο τη συμβατότητα με το υδρογόνο. Η ολοκλήρωση του θα είναι κομβική για την ανάπτυξη τοπικής παραγωγής και κατανάλωσης υδρογόνου.
Παράλληλα, ο ηλεκτροκίνητος Σταθμός Συμπίεσης στη ΒΙΠΕ Κομοτηνής θα ενισχύσει τις ροές του ελληνικού συστήματος. Σχεδιάζεται να υποδέχεται μίγματα φυσικού αερίου και υδρογόνου, προετοιμάζοντας το δίκτυο για πιο εξελιγμένες απαιτήσεις. Οι περιοχές της Βόρειας Ελλάδας εμφανίζονται ευνοϊκές για την παραγωγή υδρογόνου, με πλεονέκτημα λόγω των εγγύτητος με κρίσιμες υποδομές και προοπτικές ανάπτυξης ΑΠΕ.
Μια σημαντική πρωτοβουλία είναι το έργο Thalis 1, το οποίο έχει χαρακτηριστεί Έργο Κοινού Ενδιαφέροντος και προορίζεται να λειτουργήσει ως κόμβος παραγωγής πράσινου υδρογόνου. Στη στήριξή του από τον European Hydrogen Backbone φαίνεται να εδραιώνεται η θέση της Βόρειας Ελλάδας ως σημαντικού παίκτη στην ελληνική αγορά υδρογόνου, υπό την προϋπόθεση παράλληλης ανάπτυξης υποδομών μεταφοράς και ζήτησης.
Κλείνοντας, το έργο παραγωγής πράσινου υδρογόνου από την Hellenic Hydrogen στο Αμύνταιο είναι σε προχωρημένο στάδιο και αναμένεται σύντομα η χρηματοδότησή του. Με το ποσό του grant περίπου στα 20 εκατ. ευρώ, το έργο αναμένεται να ανοίξει νέους δρόμους για την ανάπτυξή του και να θέσει τις βάσεις για την τελική επενδυτική απόφαση εντός 2-3 μηνών.
Διαβάστε επίσης