
Τα μικροπλαστικά, οι αόρατοι αλλά επικίνδυνοι ρύποι του πλανήτη, αναδεικνύονται σε σημαντική απειλή για έναν από τους θεμελιώδεις μηχανισμούς προστασίας της Γης από την κλιματική αλλαγή: τους ωκεανούς. Σύμφωνα με νέα ευρήματα που παρουσιάστηκαν από το Euronews, αυτά τα σωματίδια δεν επιβαρύνουν μόνο τη θαλάσσια ζωή, αλλά μάλιστα υπονομεύουν την ικανότητα των θαλασσών να ελέγχουν τη θερμοκρασία του πλανήτη.
Όπως επισημαίνουν τα Ηνωμένα Έθνη, οι ωκεανοί είναι υπεύθυνοι για περίπου το 50% του οξυγόνου που αναπνέουμε, απορροφούν το 30% των παγκόσμιων εκπομπών CO₂ και δεσμεύουν το 90% της πλεονάζουσας θερμότητας που προκαλείται από αυτές τις εκπομπές. Αποτελούν, έτσι, τη μεγαλύτερη φυσική «δεξαμενή άνθρακα» της Γης, παίζοντας καθοριστικό ρόλο στον περιορισμό της υπερθέρμανσης.
Ωστόσο, μια πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Hazardous Materials: Plastic προειδοποιεί για την επικίνδυνη αυτή κατάσταση. Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Σάρτζα στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανέλυσαν 89 επιστημονικές μελέτες και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η σχέση μεταξύ μικροπλαστικών και της κλιματικής λειτουργίας των θαλασσών έχει υποτιμηθεί για πολλές δεκαετίες.
Τα μικροπλαστικά, τα οποία προέρχονται από την αποικοδόμηση μεγαλύτερων πλαστικών ή καθημερινής χρήσης προϊόντων, επηρεάζουν διάφορα επίπεδα του θαλάσσιου οικοσυστήματος. Κατά τη διαδικασία αποδόμησης, απελευθερώνουν αέρια του θερμοκηπίου και διαταράσσουν τη «βιολογική αντλία άνθρακα», μια φυσική διαδικασία που μεταφέρει τον άνθρακα από την ατμόσφαιρα στα βαθιά στρώματα του ωκεανού.
Η μελέτη αποκαλύπτει ότι τα μικροπλαστικά μειώνουν την ικανότητα φωτοσύνθεσης του φυτοπλαγκτόν, που χρησιμοποιεί το ηλιακό φως, το νερό και το CO₂ για την παραγωγή ενέργειας και οξυγόνου. Επιπλέον, επηρεάζουν τον μεταβολισμό του ζωοπλαγκτόν, όπως το κριλ, που αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της θαλάσσιας τροφικής αλυσίδας. Αυτές οι αναταραχές έχουν σοβαρές συνέπειες για ολόκληρο το οικοσύστημα.
«Μακροπρόθεσμα, αυτές οι αλλαγές μπορεί να οδηγήσουν σε θέρμανση των ωκεανών και απώλεια βιοποικιλότητας, απειλώντας την παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια και τις παράκτιες κοινότητες», προειδοποιεί ο δρ Ihsanullah Obaidullah, αναπληρωτής καθηγητής και κύριος συγγραφέας της μελέτης. Το γεγονός ότι οι ωκεανοί ενδέχεται να χάσουν την ικανότητά τους να απορροφούν CO₂ και πλεονάζουσα θερμότητα είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό, καθώς θα μετατραπούν από «καταβόθρα» άνθρακα σε πηγή εκπομπών, όπως συμβαίνει ήδη σε σημαντικές τροπικές περιοχές.
Η προειδοποίηση αυτή έρχεται σε μια χρονική περίοδο κατά την οποία οι επιστήμονες εκτιμούν ότι το 2026 θα είναι το τέταρτο κατά σειρά έτος με μέση παγκόσμια θερμοκρασία περίπου 1,4 βαθμούς Κελσίου πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα, γεγονός που εγείρει ανησυχίες για το όριο των 1,5 βαθμών που έχει καθορίσει η Συμφωνία του Παρισιού. Ταυτόχρονα, μια έκθεση του ΟΗΕ το 2025 εκτιμά ότι η παγκόσμια παραγωγή πλαστικών θα ξεπεράσει τους 400 εκατ. τόνους, με το 50% αυτών να αφορά προϊόντα μιας χρήσης, και χωρίς επαρκή παρέμβαση, αυτή η παραγωγή θα μπορούσε να τριπλασιαστεί μέχρι το 2060.
Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι παρόλο που τα πλαστικά είναι κρίσιμα σε τομείς όπως η αεροναυπηγική και η ηλεκτρονική, η υπερκατανάλωσή τους απειλεί το περιβάλλον και την επισιτιστική μας ασφάλεια. Η μελέτη ζητά μια «ολοκληρωμένη προσέγγιση», υπογραμμίζοντας ότι η ρύπανση από μικροπλαστικά και η κλιματική αλλαγή πρέπει να αντιμετωπιστούν ως συνδεδεμένα προβλήματα. Το επόμενο βήμα της ερευνητικής ομάδας είναι η ποσοτική αξιολόγηση του κλιματικού αποτυπώματος των μικροπλαστικών και η ανάπτυξη λύσεων που περιορίζουν τη παραγωγή και την εξάπλωσή τους, προκειμένου να ενισχύσουν ξανά τη λειτουργία των ωκεανών ως φυσική ασπίδα απέναντι στην κλιματική κρίση.
Διαβάστε ακόμη