
Η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 αποκαλύπτει μια διπλή διάσταση: οι κύριοι δείκτες υψηλής συχνότητας δείχνουν σταθερότητα και θετικά σημάδια, ενώ η ενεργειακή κρίση που προκύπτει από τις πρόσφατες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή προσθέτει κινδύνους για το προσεχές μέλλον.
Η διαρκής ένταση στην περιοχή του Περσικού Κόλπου διαρκεί πέντε εβδομάδες, επηρεάζοντας αρνητικά τις οικονομίες, όπως η ελληνική και η ευρωπαϊκή, οι οποίες εξαρτώνται σημαντικά από τις ενεργειακές εισαγωγές. Τον Μάρτιο του 2026, η μέση τιμή του πετρελαίου Brent εκτινάχθηκε στα 98,8 δολάρια ανά βαρέλι, από 69,8 δολάρια τον Φεβρουάριο, σημειώνοντας άνοδο 41,5% και 35,8% σε ετήσια βάση. Στις αρχές Απριλίου, η τιμή του αυξήθηκε ακόμη περισσότερο, φτάνοντας τα 106,7 δολάρια.
Σύμφωνα με την ανάλυση της Eurobank Research, η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για την Ελλάδα, δεδομένου ότι σχεδόν το 75% του ενεργειακού της μείγματος προέρχεται από εισαγωγές ορυκτών καυσίμων, κυρίως πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Όσον αφορά τις εκτιμήσεις, τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν μικρές αναθεωρήσεις προς τα κάτω για τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, κατά 0,1 έως 0,2 ποσοστιαίες μονάδες. Αντίθετα, οι προβλέψεις για τον πληθωρισμό δείχνουν πιο έντονες αναθεωρήσεις προς τα πάνω.
Εφόσον η τιμή του πετρελαίου παραμείνει στα επίπεδα του Μαρτίου, η μέση ετήσια μεταβολή για το 2026 εκτιμάται στο 36,9%, σε σύγκριση με μείωση 14,2% το 2025. Αυτές οι εκτιμήσεις βασίζονται σε δεδομένα προ της κλιμάκωσης των συγκρούσεων, γεγονός που καθιστά πιθανές μελλοντικές αναθεωρήσεις.
Η αβεβαιότητα σχετικά με την εξέλιξη της σύγκρουσης, σε στρατιωτικό και διπλωματικό επίπεδο, εντείνει τους κινδύνους για την οικονομική δραστηριότητα και τα γενικά επίπεδα τιμών. Εν προκειμένω, ακόμα και πριν από τη σημερινή ενεργειακή αυξανόμενη αναταραχή, οι προβλέψεις για τον πληθωρισμό το 2026 θεωρούνταν περίπου αισιόδοξες λόγω της επίμονης αύξησης του 2025.
Αν και το εξωτερικό περιβάλλον είναι απαιτητικό, τα δεδομένα για το πρώτο τρίμηνο του 2026 δείχνουν θετική εικόνα.
Στην αγορά εργασίας, ο εποχικά προσαρμοσμένος αριθμός απασχολουμένων φτάνει στα 4,407 εκατομμύρια άτομα για το δίμηνο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου, σημειώνοντας αύξηση 0,8% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και 2,9% σε ετήσια βάση. Αυτή η εξέλιξη απαλύνει τον κίνδυνο κατάρρευσης των ρυθμών ανάπτυξης.
Στο λιανικό εμπόριο, ο δείκτης όγκου παρουσίασε άνοδο 0,9% σε μηνιαία βάση και 4,4% σε ετήσια τον Ιανουάριο, με βελτιωμένη εικόνα και στην καταναλωτική εμπιστοσύνη, που δείχνει αύξηση της ζήτησης.
Η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε 0,5% σε μηνιαίο επίπεδο και 4,6% σε ετήσιο, αν και στη μεταποίηση παρατηρείται υποχώρηση 4,2% μηνιαίως με την ετήσια αύξηση να περιορίζεται στο 1,2%. Παρά τις προκλήσεις, ο δείκτης εμπιστοσύνης στη βιομηχανία παραμένει υψηλός και θετικός συγκριτικά με την Ευρωζώνη.
Εξαιρετική είναι η υποστήριξη των επιχειρήσεων μέσω χρηματοδότησης, με τον μέσο ετήσιο ρυθμό να διαμορφώνεται στο 10,6% το πρώτο δίμηνο. Αυτή η εξέλιξη συγγενεύει με την αύξηση των επενδύσεων παγίων τα τελευταία χρόνια.
Αξιοσημείωτο είναι ότι οι δείκτες οικονομικού κλίματος και PMI μεταποίησης παρέμειναν σταθεροί, με τον πρώτο να βρίσκεται στις 106,5 μονάδες και τον δεύτερο στις 54,4 μονάδες, υποδεικνύοντας βελτίωση στη μεταποίηση.
Τα στοιχεία του Μαρτίου δείχνουν ήδη τις πρώτες συνέπειες της ενεργειακής κρίσης. Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα, σύμφωνα με την Eurostat, επιταχύνθηκε στο 3,3% από 3,1% τον προηγούμενο μήνα, αγγίζοντας το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων οκτώ μηνών.
Η αύξηση αυτή προέρχεται κυρίως από τον τομέα της ενέργειας, με τον πληθωρισμό να αγγίζει το 7,0%, από αρνητικό επίπεδο τον προηγούμενο μήνα. Αντίθετα, καταγράφηκε επιβράδυνση σε άλλους τομείς, όπως τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα, τα βιομηχανικά αγαθά και οι υπηρεσίες.
Η εμπειρία δείχνει ότι οι ενεργειακές πιέσεις ενδέχεται να οδηγήσουν σε δευτερογενείς επιδράσεις σε όλη την οικονομία, όπως συνέβη κατά την περίοδο 2022-2023.
Στον τομέα της μεταποίησης, ο PMI σημείωσε οριακή αύξηση τον Μάρτιο, κυρίως λόγω της καθυστέρησης στις παραδόσεις, αποτέλεσμα της αναστάτωσης στην εφοδιαστική αλυσίδα. Ωστόσο, παρατηρήθηκε επιβράδυνση στην παραγωγή, τις νέες παραγγελίες και την απασχόληση.
Επίσης, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης υποχώρησε στις -52,5 μονάδες, στα χαμηλότερα επίπεδα από τον Νοέμβριο του 2022, αντανακλώντας την αυξημένη αβεβαιότητα.
Η εικόνα της οικονομίας στις αρχές του 2026 παραμένει θετική, ωστόσο οι εξελίξεις στο ενεργειακό τοπίο και οι γεωπολιτικές εντάσεις καθιστούν το μέλλον πιο απαιτητικό, με τις επόμενες αναφορές να αναμένεται να αποκαλύψουν πληρέστερα τις επιπτώσεις.
Διαβάστε ακόμη
Μεγάλες απώλειες για τις Big Tech – Πώς χάθηκαν 200 δισ. σε λίγους μήνες
Η θεσμική αντεπίθεση Μητσοτάκη και το στοίχημα της επανεκκίνησης
Άνοιξε η στρόφιγγα των τραπεζών για μικρομεσαίες επιχειρήσεις – Τι αναφέρει η ΤτΕ
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα