
Η Ελλάδα συνεχίζει να κατέχει ηγετική θέση στους διαθέσιμους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ωστόσο τα αποτελέσματα της πρόοδου στην εκπλήρωση οροσήμων καθώς και στη χρήση αυτών των κονδυλίων παρουσιάζουν μεικτή εικόνα σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ των 27, σύμφωνα με ανάλυση της Eurobank Research. Η υλοποίηση μεγαλύτερων μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων είναι αυτή που πλέον καθορίζει τον ρυθμό απορρόφησης των πόρων.
Σε παλαιότερη ανάλυση της Eurobank Research, είχε εξεταστεί η πρόοδος του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) στην Ελλάδα σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της ΕΕ. Το ΤΑΑ απαιτεί από τα κράτη-μέλη την εκπλήρωση συγκεκριμένων προϋποθέσεων και στόχων για να προχωρήσουν οι εκταμιεύσεις, είτε μορφής επιχορηγήσεων είτε δανείων.
Ο στόχος της παρούσας αναφοράς είναι η σύγκριση των επιτευγμάτων της Ελλάδας με τα υπόλοιπα κράτη της ΕΕ-27 σε σχέση με την εκπλήρωση των οροσήμων του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης, ιδιαίτερα μετά τη θετική εισήγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για αναθεώρηση του σχεδίου και την εκταμίευση της 6ης δόσης ύψους 2,1 δισ. ευρώ, μετά την ολοκλήρωση 39 στόχων. Επίσης, αναλύεται η πορεία υλοποίησης του ΤΑΑ κατά την περίοδο 2021-2024, με βάση δεδομένα της Eurostat (Οκτώβριος 2025).
Η Ελλάδα είναι αναλογικά ο κορυφαίος δικαιούχος πόρων του ΤΑΑ στην ΕΕ-27, με τους πόρους αυτοί να αντιστοιχούν στο 16,0% του ΑΕΠ της για το 2023, έναντι 3,7% του μέσου όρου. Αθροιστικά, οι πόροι φτάνουν τα 35,95 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 18,22 δισ. ευρώ είναι επιχορηγήσεις και 17,73 δισ. ευρώ δάνεια.

Μέχρι την 7η Ιανουαρίου 2026, στην Ελλάδα είχαν εκταμιευθεί 23,44 δισ. ευρώ, ή 65,1% του συνολικού ποσού, κατατάσσοντάς την στην 9η θέση της ΕΕ-27.
Αναφορικά με την εκπλήρωση οροσήμων και στόχων, σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ελλάδα έχει ολοκληρώσει 178 από τα 382 απαιτούμενα ορόσημα, ποσοστό 46,6%, ελαφρώς χαμηλότερο από το 48,8% του μέσου όρου στην ΕΕ-27, τοποθετώντας την στη 17η θέση. Αυτή η κατάσταση αποτυπώνει την πρόκληση που συνιστούν τα υπόλοιπα ορόσημα, τα οποία είναι πιο απαιτητικά κι αφορούν μεταρρυθμίσεις και σημαντικά επενδυτικά έργα.

Σε επίπεδο πυλώνων, η Ελλάδα έχει καλύτερες επιδόσεις από τον μέσο όρο της ΕΕ-27 στους τομείς της «Έξυπνης, βιώσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης» καθώς και της «Πράσινης μετάβασης» αλλά υστερεί σε διάφορους άλλους όπως είναι οι «Ψηφιακός μετασχηματισμός», «Κοινωνική και εδαφική συνοχή», «Υγεία και ανθεκτικότητα» και «Πολιτικές για την επόμενη γενιά».


Κατά την περίοδο 2021-2024, το ποσοστό δανείων που εκταμιεύθηκαν στην Ελλάδα φτάνει το 54,3% των εγκεκριμένων πόρων, υπερβαίνοντας τον μέσο όρο της ΕΕ-27. Αντίθετα, στον τομέα των επιχορηγήσεων, το ποσοστό εκταμιεύσεων ανέρχεται στο 47,2%, το οποίο είναι χαμηλότερο από τον αντίστοιχο μέσο όρο.
Αναφορικά με τη χρήση των πόρων, στην Ελλάδα έχουν αξιοποιηθεί μόλις το 21,6% των συνολικών εγκεκριμένων κονδυλίων του ΤΑΑ, με το μεγαλύτερό μέρος να κατανέμεται σε κεφαλαιακές δαπάνες. Επιπλέον, το 88,2% των επιχορηγήσεων αφορά τέτοιου είδους δαπάνες, ποσοστό που είναι σημαντικά υψηλότερο από το αντίστοιχο στην ΕΕ-27, και βρίσκεται στις κορυφαίες θέσεις μεταξύ των κρατών-μελών.
Στον τομέα των δανείων, σχεδόν όλοι οι πόροι στην Ελλάδα έχουν κατευθυνθεί προς χρηματοοικονομικά εργαλεία, μέσω της παροχής δανείων από το τραπεζικό σύστημα, ενισχύοντας τις ιδιωτικές επενδύσεις.


Συμπερασματικά, η Ελλάδα σημειώνει αποδεκτές επιδόσεις στο ποσοστό ολοκλήρωσης των οροσήμων για όλους τους πυλώνες, με αποτελέσματα κοντά στον μέσο όρο της ΕΕ-27.
Σχετικά με τους ατομικούς πυλώνες, η εικόνα δεν είναι ενιαία. Στους τομείς της «Πράσινης μετάβασης» και της «Έξυπνης, βιώσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης», η Ελλάδα υπερέχει του μέσου όρου της ΕΕ-27, ενώ πιο υψηλά ποσοστά ολοκλήρωσης παρατηρούνται πάνω από 50% στον δεύτερο πυλώνα και κοντά στο μέσο όρο της ΕΕ-27 στον «Ψηφιακό μετασχηματισμό». Παρά την ελαφρώς χαμηλότερη απόδοση στην «Υγεία και ανθεκτικότητα», η απόκλιση από τον μέσο όρο της ΕΕ-27 δεν είναι σημαντική.
Αντιθέτως, στους τομείς της «Κοινωνικής και εδαφικής συνοχής» και των «Πολιτικών για την επόμενη γενιά», οι επιδόσεις της Ελλάδας είναι αισθητά χαμηλότερες. Συγκριτικά με τις εκταμιεύσεις πόρων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την περίοδο 2020-2024, η Ελλάδα σημειώνει καλύτερα αποτελέσματα στην εκταμίευση δανειακών πόρων σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ-27, τόσο σε ετήσια όσο και σε σωρευτική βάση. Στον τομέα των επιχορηγήσεων, αν και η καμπύλη ανάπτυξης των σωρευτικών εκταμιεύσεων της Ελλάδας παρατηρείται ότι ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τη γενική τάση της ΕΕ-27, το 2024 αναμένονται αποκλίσεις.
Σχετικά με τη χρήση των πόρων του ΤΑΑ, η Ελλάδα καταγράφει επιδόσεις ελαφρώς καλύτερες από τον μέσο όρο της ΕΕ-27 όσον αφορά τη χρήση δανειακών πόρων, ωστόσο σε ό,τι αφορά τις επιχορηγήσεις οι επιδόσεις είναι σημαντικά χαμηλότερες. Αυτή η εικόνα διαφοροποιείται εάν εξεταστεί η επίδοση των ετήσιων εκταμιεύσεων δανείων και επιχορηγήσεων ως προς το σύνολο των διαθέσιμων πόρων. Στην πραγματικότητα, η Ελλάδα έχει επιτύχει σημαντική βελτίωση στις εκταμιεύσεις, πετυχαίνοντας ποσοστά υψηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ-27 κατά τα έτη 2023-2024 (το 2024 για τις επιχορηγήσεις και από το 2023 για τα δάνεια).
Η κατανομή των πόρων του ΤΑΑ έχει δείξει ότι το μεγαλύτερο ποσοστό από τις επιχορηγήσεις προορίζεται για κεφαλαιουχικές δαπάνες, το οποίο κατατάσσεται τρίτο υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ-27. Η πλειονότητα των δανείων κατευθύνεται προς άλλες μορφές κόστους που δεν θεωρούνται άμεσες δαπάνες (π.χ. δάνεια, εισφορές μετοχικού κεφαλαίου), και συνδυάζεται με την πρόσβαση των δανείων του ΤΑΑ μέσω του τραπεζικού τομέα.
Η σημασία του ΤΑΑ για την Ελλάδα είναι κρίσιμη καθώς οι διαθέσιμοι πόροι αποτελούν σημαντικό ποσοστό του ΑΕΠ. Έχοντας υπόψη ότι οι στόχοι και το χρονοδιάγραμμα για υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων είναι πιεστικοί (με προθεσμία την 31/08/2026), είναι αναγκαία η τόνωση των προσπαθειών προκειμένου να ολοκληρωθούν όσο το δυνατό περισσότερες μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις και, αντίστοιχα, να επιτευχθεί η αντλήση περισσότερων πόρων.
Ωστόσο, είναι εξίσου σημαντικό η ταχύτητα απορρόφησης των πόρων να συνδυάζεται με την αποτελεσματικότητα των επενδύσεων, με στόχο οι διαθέσιμοι πόροι να κατευθύνονται προς τομείς υψηλής τεχνολογίας και προστιθέμενης αξίας, ενισχύοντας την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, μειώνοντας την απόσταση από τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ-27 και εξασφαλίζοντας τη βιωσιμότητα της ανάπτυξης μακροχρόνια.