
Ο διαγωνισμός για την απορρύπανση του πρώην χώρου καταστροφής ναρκών στο Συγκρότημα Εργοστασίου του Λαυρίου από την Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα (ΕΑΣ) φαίνεται πως θα επανεκκινήσει τον Μάιο, εφόσον δεν προκύψουν απρόοπτα. Η κύρια προτεραιότητα πλέον είναι η απομάκρυνση δέκα κρίσιμων δεξαμενών, που διαδραματίζουν σημαίνοντα ρόλο στην αποκατάσταση της περιοχής.
Σύμφωνα με πληροφορίες από το energygame.gr, το έργο εντάσσεται σε διαδικασία αναθεώρησης, με δειγματοληπτικές εξετάσεις του εδάφους να διεξάγονται. Πηγές κοντά στη διαδικασία επισημαίνουν ότι οι νέες μετρήσεις επανασταθμίζουν την κατάσταση της ρύπανσης, εντοπίζοντας βιοδιασπώμενα υλικά και καθιστώντας απαραίτητη την αναγνώριση της σύστασης και συμπεριφοράς του εδάφους. Αυτή η εκ νέου χαρτογράφηση αναμένεται να έχει αξιοσημείωτο αντίκτυπο στις τεχνικές προσεγγίσεις και το εύρος των παρεμβάσεων.
Η συγκεκριμένη παρέμβαση τοποθετείται σε ένα από τα πιο πολύπλοκα έργα απορρύπανσης που υλοποιούνται στην Ελλάδα. Ο χώρος του Λαυρίου, με μακρά ιστορία βιομηχανικής και αμυντικής δραστηριότητας, φέρει σοβαρό περιβαλλοντικό φορτίο, λόγω της κατακράτησης υπολειμμάτων εκρηκτικών και τοξικών ουσιών, που απειλούν την υγεία των πολιτών και το περιβάλλον. Το έργο παραμένει κορυφαία προτεραιότητα για τις αρμόδιες αρχές, καθότι η επικινδυνότητα του χώρου απαιτεί άμεσες δράσεις.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι τον Ιανουάριο του 2026, η διοίκηση των ΕΑΣ ασχολήθηκε με την ακύρωση της τρέχουσας διαδικασίας του διαγωνισμού για την απορρύπανση στο Λαύριο, έπειτα από εντολή του υπουργού Εθνικής Άμυνας, Νίκου Δένδια, στο πλαίσιο συνολικής επαναξιολόγησης του έργου. Ο αρχικός σχεδιασμός περιλάμβανε ένα εκτενή έργο με προϋπολογισμό περί τα 50 εκατομμύρια ευρώ, που σκοπό είχε την απορρύπανση ολόκληρης της έκτασης και την απομάκρυνση περίπου 220 τόνων επικίνδυνων υλικών.
Ωστόσο, μετά τις αυτοψίες που διενήργησαν οι αρμόδιες αρχές και ο Στρατός, αποφασίστηκε να περιοριστεί ο στόχος σε πιο εξειδικευμένες παρεμβάσεις, με κύριο άξονα τις δέκα δεξαμενές. Ο δεύτερος διαγωνισμός, που δεν υλοποιήθηκε, είχε προϋπολογισμό 18,64 εκατομμύρια ευρώ και επικεντρωνόταν στην αφαίρεση περίπου 40 τόνων εκρηκτικών υλών από τις δεξαμενές, αλλά υπήρξε καθυστέρηση και δύο παρατάσεις πριν την τελική του μη ολοκλήρωση.
Με βάση τα νέα στοιχεία που ανακύπτουν από τις τελευταίες μετρήσεις, ο προσεχής τρίτος διαγωνισμός φαίνεται ότι θα διαφοροποιηθεί περαιτέρω, τόσο στο πλαίσιο του έργου όσο και στον προϋπολογισμό, ο οποίος παραμένει ασαφής. Πρόσφατες εκτιμήσεις δείχνουν ότι, πέρα από τους 40 τόνους που είχαν προβλεφθεί, ίσως να εντοπιστούν έως και 180 επιπλέον τόνοι επικίνδυνων υλικών προς διαχείριση.
Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι το έργο έχει ήδη προσελκύσει σημαντικό επενδυτικό ενδιαφέρον, καθώς πέντε ισχυροί όμιλοι, όπως οι Enviroplan, Antipollution (V Group), Polyeco, AECOM και Intergeo, έχουν συμμετάσχει σε προηγούμενους διαγωνισμούς. Αυτές οι εταιρείες διαθέτουν εμπειρία στη διαχείριση επικίνδυνων αποβλήτων, περιβαλλοντική αποκατάσταση και εκτέλεση σύνθετων έργων.
Ωστόσο, η διαγωνιστική διαδικασία έχει υποστεί αρκετές αναθεωρήσεις και καθυστερήσεις, γεγονός που καθιστά σαφές τον υψηλό βαθμό τεχνικής πολυπλοκότητας και την ανάγκη ακριβούς αποτύπωσης των περιβαλλοντικών στοιχείων πριν την οριστική διαμόρφωση του έργου. Με τις νέες πληροφορίες να αλλάζουν τα δεδομένα, η επανεκκίνηση του διαγωνισμού τον Μάιο έχει κρίσιμη σημασία για την πρόοδο ενός έργου που συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια, την περιβαλλοντική αποκατάσταση και την αξιοποίηση του Λαυρίου στο μέλλον.
Διαβάστε ακόμη