
Η Αττική πλησιάζει στο τέλος του Μαρτίου, φέρνοντας στο φως τις υδρολογικές συνθήκες του φετινού χειμώνα, οι οποίες δεν επιτρέπουν αισιοδοξία. Σύμφωνα με κύκλους της ΕΥΔΑΠ, οι φετινές βροχοπτώσεις και χιονοπτώσεις έχουν προσφέρει μια προσωρινή «ανάσα» στο υδρολογικό σύστημα, αλλά η κατάσταση απαιτεί σοβαρότητα και ρεαλισμό στην αντιμετώπιση της λειψυδρίας. Σε πρόσφατο συνέδριο, τονίστηκε ότι «το πραγματικό διακύβευμα είναι να μη φτάνουμε να σχεδιάζουμε μόνο όταν το πρόβλημα μας εξαναγκάζει να το λύσουμε». Ο Πρόεδρος του ΤΕΕ, Γιώργος Στασινός, υπογράμμισε ότι οι καιρικές συνθήκες δεν θα πρέπει να μας κάνουν να εφησυχάζουμε, λέγοντας: «Το ότι βρέχει και χιονίζει δεν είναι δικαιολογία για να μην κάνουμε τίποτα».
Η κατανάλωση νερού στην Αττική παραμένει σε σταθερά υψηλά επίπεδα, φτάνοντας το 1 εκατομμύριο κυβικά μέτρα ημερησίως, σε αντίθεση με τις μειωμένες εισροές στους ταμιευτήρες τα τελευταία χρόνια. Οι μείωση των βροχοπτώσεων και οι παρατεταμένες ανομβρίες έχουν δημιουργήσει μία ευάλωτη ισορροπία, την οποία πρέπει να διαχειριστούν τόσο η Πολιτεία όσο και η ΕΥΔΑΠ, διασφαλίζοντας την ποιότητα και την επάρκεια του νερού που φτάνει στους κατοίκους της πρωτεύουσας. Η συνεχιζόμενη ζήτηση εκθέτει το λεκανοπέδιο σε κίνδυνο, καταναλώνοντας αποθέματα γρηγορότερα απ’ ότι αναπληρώνονται. «Η κλιματική κρίση δεν θα είναι επιεικής μαζί μας τα επόμενα χρόνια», αναφέρουν πηγές της αγοράς.
Ειδικοί του τομέα σημειώνουν πως, παρά τις δύσκολες συνθήκες των τελευταίων ετών, η φετινή υδρολογική περίοδος έχει θετικά δείγματα. Στη Δυτική Ελλάδα, που είναι γνωστή για τις πολλές βροχοπτώσεις, το ύψος βροχής μέσα σε μόλις ενάμιση μήνα ξεπέρασε τα 1.000 χιλιοστά σε πολλές περιοχές, με ορισμένες τοποθεσίες να σημειώνουν ακόμη και πάνω από 2.000 χιλιοστά.
Στην ορεινή Ναυπακτία, όπου βρίσκεται το φράγμα του Ευήνου, το ύψος της βροχής κατά τις πρώτες 70 ημέρες του έτους ξεπέρασε τα 1.000 χιλιοστά. Στη λεκάνη απορροής της λίμνης του Μόρνου στη Φωκίδα, που τροφοδοτεί την Αττική, οι καταγεγραμμένες ποσότητες βροχής υπερέβησαν τα 600 χιλιοστά.
Μάλιστα, και στην περιοχή του Βοιωτικού Κηφισού, που παραδοσιακά δεν έχει πολλές βροχές, οι ποσότητες που καταγράφηκαν είναι ενθαρρυντικές, καθώς υπερέβησαν τον μέσο όρο.
Τα νούμερα
Τα στοιχεία της ΕΥΔΑΠ καταδεικνύουν ότι οι ταμιευτήρες της Αττικής έχουν υποστεί σοβαρές απώλειες τα τελευταία χρόνια. Αν λάβουμε ως μέτρο σύγκρισης το 2022, οπότε οι αποθήκες περιείχαν 1.312.671.000 κυβικά μέτρα νερού, σήμερα αυτά έχουν μειωθεί στα 720.245.000 κυβικά μέτρα, δηλαδή έχει χαθεί σχεδόν το μισό τους «όγκος ασφαλείας». Η κατάσταση επιδεινώθηκε το 2025, ωστόσο το 2026 έρχεται να προσφέρει μια προσωρινή σταθεροποίηση, επαναφέροντας τα αποθέματα γύρω από τα 720 εκατομμύρια κυβικά μέτρα.
Τα αποθέματα όλα δεν δείχνουν την ίδια εικόνα: Ο Μόρνος, βασική πηγή υδροδότησης, έχει μειωθεί από 688.314.000 σε 450.176.000 κυβικά μέτρα, ενώ στην Υλίκη η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη, με τα αποθέματα να πέφτουν από 504.561.000 σε 159.372.000 κυβικά μέτρα. Ο Εύηνος έχει υποχωρήσει λιγότερο, αλλά η τάση δεν αλλάζει. Αντίθετα, ο Μαραθώνας δείχνει αύξηση, από 26.153.000 σε 31.235.000 κυβικά μέτρα, που δεν είναι ικανή να επηρεάσει τη συνολική κατάσταση.
Θα μπορούσαμε να δούμε μέτρα εθελοντικής μείωσης νερού;
Στο συνέδριο, ο Υφυπουργός Υποδομών και Μεταφορών, Νικόλαος Ταχιάος, τόνισε ότι το θέμα του νερού είναι από τα κυριότερα και χαρακτήρισε την κατάσταση με λέξεις όπως «απειλή» και «πόρος». Η ανάγκη για ορθολογική διαχείριση των υποδομών είναι επιτακτική και στο υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας συζητούν την πιθανότητα εθελοντικής μείωσης της κατανάλωσης νερού. Οι μνήμες από την κρίση υδροδότησης της δεκαετίας του ’90, όπου συνδυάστηκαν διοικητικά μέτρα και κοινωνικές δράσεις για την εξοικονόμηση νερού, παραμένουν ζωντανές.
Αυτή τη στιγμή, η θέσπιση έργου «Εύρυτος», με προϋπολογισμό περί τα 535 εκατ. ευρώ, είναι κεντρική στο σχέδιο ενίσχυσης των υδατικών αποθεμάτων στην Αττική, ενώ ήδη μελετάται η μερική εκτροπή των ποταμών Καρπενησιώτη και Κρικελιώτη προς τον ταμιευτήρα του Ευήνου, με στόχο τη συγκέντρωση 200 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων νερού ετησίως. Η ολοκλήρωσή του αναμένεται στα τέλη του 2029. Παράλληλα, εξετάζονται βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα μέτρα όπως η αξιοποίηση γεωτρήσεων και η δυνατότητα αφαλάτωσης νερού προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες της Αττικής.
Διαβάστε επίσης