
Η έμμεση αύξηση των καθαρών αποδοχών των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα μέσω διατακτικών σίτισης αποκτά ολοένα και περισσότερη σημασία σε παγκόσμιο επίπεδο. Στην Ελλάδα, αυτή η μορφή παροχής, που περιλαμβάνει κουπόνια ή ηλεκτρονικές κάρτες, αντιμετωπίζει προκλήσεις καθώς οι τιμές παραμένουν καθηλωμένες σε επίπεδα προ 20 ετών, καθιστώντας τη χώρα μας ουραγό στην Ευρώπη.
Μια πρόσφατη μελέτη της PwC, εκ μέρους της Edenred, αναλύει τις οικονομικές επιπτώσεις μιας ενδεχόμενης αύξησης του αφορολόγητου ορίου για τις διατακτικές σίτισης από 6 στα 8 ευρώ ημερησίως. Σύμφωνα με την έρευνα, το κόστος για το κράτος θα ήταν διαχειρίσιμο.
Οι διατακτικές σίτισης δεν είναι απλώς εκπτωτικά κουπόνια, αλλά παροχές που παρέχονται από τους εργοδότες για την κάλυψη της διατροφής των εργαζομένων κατά την εργασία τους. Αυτές οι παροχές λειτουργούν ως επιπλέον εισόδημα χωρίς φορολογικές επιβαρύνσεις. Σήμερα, με το υπάρχον όριο, οι εργαζόμενοι μπορούν να λάβουν 132 ευρώ μηνιαίως μέσω κουπονιών, που αντιστοιχεί σε ετήσια αύξηση των περίπου 1.500 ευρώ – ποσό που φαίνεται κρίσιμο για αρκετούς.
Από την πλευρά των εργοδοτών, η παροχή διατακτικών σίτισης συμβάλλει στην καλύτερη διαχείριση των εξόδων, καθώς αυτά εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα χωρίς τις επιβαρύνσεις των εργοδοτικών εισφορών.
Αξιοσημείωτο είναι ότι το αφορολόγητο όριο παραμένει στα 6 ευρώ ημερησίως από το 2004, καθώς το κράτος έχει αποτύχει να το αναθεωρήσει. Αντιθέτως, οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες έχουν προχωρήσει σε αυξήσεις που αγγίζουν ή και ξεπερνούν τα 9 ευρώ, με χώρες όπως η Γαλλία να προσφέρουν 14,36 ευρώ.
Η διαφορά αυτή έχει οδηγήσει το εν λόγω επίδομα να αντιστοιχεί μόλις στο 13,6% του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ανέρχεται στο 21%.
Η πρόταση για αύξηση του αφορολόγητου ορίου αναλύεται στην μελέτη, η οποία υπολογίζει τις δημόσιες απώλειες σε περίπου 26 εκατ. ευρώ, εφόσον εφαρμοστεί. Όμως, η άμεση αύξηση της κατανάλωσης μπορεί να αποφέρει σημαντικά έσοδα από έμμεσους φόρους, με εκτιμήσεις που φτάνουν τα 21,6 εκατ. ευρώ μόνο από τον ΦΠΑ.
Μάλιστα, αν η ηλεκτρονική μορφή διατακτικών επικρατήσει, το κράτος θα μπορούσε να κερδίσει επιπλέον 5,4 εκατ. ευρώ το χρόνο, μειώνοντας την παραοικονομία.
Παρά τα προφανή οφέλη μιας τέτοιας αύξησης, οι κυβερνητικοί κύκλοι προβληματίζονται σχετικά με τις δημοσιονομικές συνέπειες. Ακόμα κι αν τα άμεσα κόστη φαίνονται μικρότερα από τα αναμενόμενα οφέλη, οι πολιτικές επιπτώσεις και οι κρατικές δαπάνες ανησυχούν τους αρμόδιους.
Η Ελλάδα συνεχίζει να «παγιδεύεται» σε οικονομικά τεκταινόμενα που θυμίζουν το 2004. Όσο η κυβέρνηση ζυγίζει τις ανησυχίες για δημοσιονομικά ανοίγματα, οι εργαζόμενοι περιμένουν μια αναγκαία στήριξη της αγοραστικής τους δύναμης που θα τους φέρει πιο κοντά στους ευρωπαϊκούς κανόνες.
Ακολουθώντας αυτές τις εξελίξεις, η συζήτηση γύρω από τα διατακτικά σίτισης προοιωνίζει σημαντικές αλλαγές στην αγορά εργασίας, με αβέβαιη την κατεύθυνση που θα επιλέξει η κυβέρνηση.