
Από τη στιγμή που ο Ντόναλντ Τραμπ επανεξελέγη για τη διοίκηση του Λευκού Οίκου, προώθησε τη πολιτική που ενθαρρύνει τις εξορύξεις πετρελαίου και φυσικού αερίου με το σλόγκαν «drill, baby, drill». Τώρα, η αμερικανική κυβέρνηση προσθέτει στο πλάνο της και το νέο δόγμα «mine, baby, mine», εστιάζοντας στην εξασφάλιση κρίσιμων ορυκτών, όπως οι σπάνιες γαίες, οι οποίες είναι απαραίτητες για την άμυνα, την τεχνολογία και την πράσινη ανάπτυξη.
Η κυβέρνηση έχει υιοθετήσει μια επιθετική στρατηγική επενδύσεων, διοχετεύοντας δισεκατομμύρια σε νεοσύστατες εταιρείες που βρίσκονται στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης. Ο βασικός στόχος είναι να μειωθεί η εξάρτηση των ΗΠΑ από την Κίνα, η οποία κατέχει την κυρίαρχη θέση στην παραγωγή και επεξεργασία σπάνιων γαιών παγκοσμίως.
Ένα ενδεικτικό παράδειγμα είναι η εταιρεία USA Rare Earth, η οποία αναμένεται να λάβει έως 1,6 δισ. δολάρια, αν και ακόμα δεν έχει ξεκινήσει εμπορική παραγωγή. Η εταιρεία αναπτύσσει ένα πολύπλοκο μοντέλο «από το ορυχείο στον μαγνήτη», βασισμένο στο κοίτασμα Round Top στο Τέξας, με στόχο να αρχίσει την παραγωγή στα τέλη της δεκαετίας. Αυτή η προσέγγιση θυμίζει περισσότερο το venture capital παρά την παραδοσιακή βιομηχανική πολιτική, καθώς το κράτος χρηματοδοτεί πολλαπλές πρωτοβουλίες, γνωρίζοντας ότι κάποιες μπορεί να μην επιτύχουν, ελπίζοντας όμως ότι εκείνες που θα τα καταφέρουν θα συμβάλουν στη δημιουργία μιας ισχυρής εγχώριας αλυσίδας εφοδιασμού.
Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση Τραμπ δείχνει προθυμία να στηρίξει αδύναμες εταιρείες που σχεδιάζουν ριψοκίνδυνες επενδύσεις στο Κονγκό. Σύμφωνα με πληροφορίες από τη Wall Street Journal, η Virtus Minerals, μια μικρή εταιρεία μόλις οκτώ ατόμων, έχει αποκτήσει έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγούς κοβαλτίου που δε βρίσκεται υπό κινεζικό έλεγχο. Η Virtus πραγματοποίησε την εξαγορά της Chemaf με 30 εκατομμύρια δολάρια και υποσχέθηκε να συγκεντρώσει περίπου 720 εκατομμύρια δολάρια για επενδύσεις. Αυτή η κίνηση θεωρείται από τους αναλυτές ως νίκη του Τραμπ απέναντι στην Κίνα, καθώς η Chemaf είχε προσελκύσει το ενδιαφέρον και των Κινέζων. Η συμφωνία της Chemaf με την Norin Mining, θυγατρική της κινεζικής κρατικής αμυντικής εταιρείας Norinco, ναυάγησε πέρυσι λόγω έλλειψης των απαραίτητων εγκρίσεων από τη Δημοκρατία του Κονγκό, κάτι που άφησε ανοιχτό το πεδίο για την Virtus, η οποία διατυμπάνιζε την υποστήριξή της από την αμερικανική κυβέρνηση.
Τα αποθέματα της Chemaf έχουν τη δυνατότητα να καλύψουν περίπου το 5% της παγκόσμιας ζήτησης κοβαλτίου, ενός μεταλλεύματος που είναι απαραίτητο για μαχητικά αεροσκάφη, κινητά τηλέφωνα και μπαταρίες ηλεκτρικών οχημάτων. Η Virtus σχεδιάζει να διαθέσει όλη την μελλοντική της παραγωγή σε αμερικανικούς ή «φιλικούς προς τις ΗΠΑ» αγοραστές.
Η διαδικασίαεύρεσης αμερικανικής εταιρείας για την απόκτηση της Chemaf αποδείχθηκε δύσκολη. Η κυβέρνηση Μπάιντεν είχε προσπαθήσει επανειλημμένα να προσελκύσει τέτοιες εταιρείες στην επιχείρηση παραγωγής χαλκού και κοβαλτίου, αλλά οι αμερικανικές εταιρείες ήσαν διστακτικές λόγω των δύσκολων συνθηκών στο Κονγκό.
Ο ιδρυτής της Chemaf, Shiraz Virji, γιος εμπόρου μπαχαρικών από τη Ζανζιβάρη, είχε προσλάβει Gurkhas, Νεπαλέζους στρατιώτες με καλή φήμη στην ασφάλεια, για να προστατεύουν τα ορυχεία του από αυθαίρετους ανθρακωρύχους. Μέχρι το 2018, παιδιά εργάζονταν στο Mutoshi μαζί με ενήλικες, σύμφωνα με δηλώσεις του τότε γενικού διευθυντή του ορυχείου.
Εν μέσω αυτών των προκλήσεων, η αμερικανική κυβέρνηση βρήκε την Virtus να επικεντρώνεται σε επενδύσεις υψηλού κινδύνου στον τομέα των κρίσιμων ορυκτών. Η Virtus ιδρύθηκε το 2022 από τον Phil Braun, έναν πρώην στρατιώτη των «Πράσινων Μπερέ», και τον Andrew Powch, απόφοιτο της Ναυτικής Ακαδημίας και του Χάρβαρντ, με εμπειρία σε ιδιωτικά κεφάλαια και στην McKinsey.
Σύμφωνα με τη WSJ, η Virtus, σε συνεργασία με την Lloyds Metals and Energy, έναν ινδικό εταίρο στην εξόρυξη, συνεισφέρει αρχικά 200 εκατομμύρια δολάρια στη συμφωνία με τη Chemaf. Επίσης, οικονομική υποστήριξη ύψους 475 εκατομμυρίων δολαρίων προέρχεται από την επενδυτική εταιρεία Orion Resource Partners και 75 εκατομμύρια δολάρια από άλλη χρηματοδότηση.
Το κοβάλτιο, αναγκαίο για τις μπαταρίες ηλεκτρικών οχημάτων και άλλες εφαρμογές, έχει αναδειχθεί σε ένα από τα πιο πολύτιμα ορυκτά του 21ου αιώνα. Με γύρω στο 75% της παγκόσμιας παραγωγής να προέρχεται από το Κονγκό, η εξασφάλιση του έχει τεράστια οικονομική και γεωπολιτική σημασία.
Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, κινεζικές εταιρείες έχουν επενδύσει δισεκατομμύρια δολάρια στον τομέα αυτό του Κονγκό, αποδεχόμενες συχνά πιο ριψοκίνδυνες επενδύσεις σε σχέση με τους δυτικούς ανταγωνιστές τους. Αυτή η στρατηγική εξασφάλισε στο Πεκίνο τη κυρίαρχη θέση στον τομέα του κοβαλτίου.
Η συμφωνία αυτή αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης αμερικανικής στρατηγικής για την εξασφάλιση κρίσιμων πρώτων υλών. Στη Βραζιλία, οι ΗΠΑ εξασφάλισαν συμφωνία αξίας μισού δισεκατομμυρίου δολαρίων για πρόσβαση σε μέταλλα που είναι απαραίτητα για διάφορες βιομηχανίες, όπως η τεχνολογία και η άμυνα.
Ο Κόνορ Κόλμαν, επικεφαλής επενδύσεων στην US International Development Finance Corporation (DFC), δήλωσε ότι οι ΗΠΑ έχουν δικαίωμα στις σπάνιες γαίες από την Serra Verde βάσει ενός δανείου 565 εκατομμυρίων δολαρίων που παραχώρησε την προηγούμενη χρονιά. Μάλιστα, ευρύτερα γνωστοί είναι οι όροι, οι οποίοι περιλαμβάνουν ελέγχους στις αγορές ώστε να εξασφαλίζεται ότι τα μέταλλα προορίζονται για τις Ηνωμένες Πολιτείες ή πιστές προς αυτές χώρες.
Η εκμετάλλευση της Serra Verde στη Βραζιλία έχει προσελκύσει διεθνές ενδιαφέρον από κυβερνήσεις και αγοραστές, καθώς είναι ένας από τους λίγους παραγωγούς βαρέων σπάνιων γαιών εκτός Κίνας. Τα υλικά αυτά χρησιμοποιούνται σε διάφορες εφαρμογές, από αυτοκίνητα μέχρι οπλικά συστήματα, με τις ΗΠΑ να ανησυχούν για την συνέχιση του ελέγχου της Κίνας στην παραγωγή τους.
Η Βραζιλία, με τα δεύτερα μεγαλύτερα αποθέματα σπάνιων γαιών στον κόσμο, είναι στο επίκεντρο της παγκόσμιας κούρσας για αυτά τα πολύτιμα ορυκτά. Η κυβέρνηση Τραμπ αναζητά πρόσβαση και έχει υποβάλει προτάσεις συνεργασίας στη Μπραζίλια, την ώρα που οι σπάνιες γαίες της χώρας έχουν προσελκύσει επίσης το ενδιαφέρον της ΕΕ, της Ινδίας και της Κίνας. Η Serra Verde αναγνωρίζεται ως ο μοναδικός λειτουργικός παραγωγός σπάνιων γαιών στην Βραζιλία, ενώ έξι ακόμα έργα είναι υπό εξέλιξη χωρίς χρηματοδότηση.
Διαβάστε επίσης