
Σύμφωνα με το πρόσφατο Δελτίο του ΟΔΔΗΧ, παρατηρείται μια μικρή, αλλά σημαντική αύξηση στο κόστος εξυπηρέτησης του ελληνικού δημόσιου χρέους. Αυτό αποκαλύπτει μια διάσταση που συχνά παραβλέπεται στις πολιτικές και οικονομικές συζητήσεις σχετικά με τη μείωση του χρέους την τελευταία πενταετία. Όπως επισημαίνεται, αν και η οικονομία δείχνει θετικά σημάδια, η αύξηση του χρέους θα επιβαρύνει τη χώρα με μεγαλύτερο κόστος δανεισμού, ιδίως καθώς τα διεθνή επιτόκια ανεβαίνουν.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ, το μέσο κόστος εξυπηρέτησης του ελληνικού δημόσιου χρέους, το οποίο περιλαμβάνει τόκους και swaps, διαμορφώνεται στο 1,79% στο τέλος του 2025, σε σύγκριση με το 1,73% του προηγούμενου έτους. Αν και η αύξηση φαίνεται μικρή, σε ένα χρέος που φτάνει τα 362,8 δισ. ευρώ, ακόμα και τα ελάχιστα ποσοστά μεταφράζονται σε σημαντικά ποσά, που κατά βάση λείπουν από τομείς όπως η Υγεία και η Παιδεία.
Σε μια εποχή χρηματοπιστωτικής αναταραχής, η πρόσβαση στο κεφάλαιο καθίσταται πιο δαπανηρή. Το παγκόσμιο χρέος έχει αγγίξει δυσθεώρητα επίπεδα, περισσότερο από το 235% του παγκόσμιου ΑΕΠ, και οι κεντρικές τράπεζες διατηρούν τα επιτόκια σε επίπεδα πρωτοφανούς ανόδου.
Κάτι που κεντρίζει την προσοχή είναι ότι η Ελλάδα, η οποία ιστορικά υπήρξε ο “ηγέτης” του χρέους μέσα στην Ευρώπη, τώρα δανείζεται πιο φθηνά από χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία, οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο. Καλές οικονομικές επιδόσεις και αξιολογήσεις βοηθούν την Ελλάδα να απολαμβάνει καλύτερους όρους δανεισμού.
Επιπλέον, η μείωση του χρέους κατά 2,2 δισ. ευρώ το 2025 συνεπάγεται και μείωση των τόκων που θα πρέπει να καταβληθούν, εφόσον η χώρα συνεχίσει να μειώνει τη συσσωρευμένη οφειλή της.
Υπάρχουν πάντως φωνές που προτείνουν πως θα ήταν καλύτερο για την Ελλάδα να μην επιχειρεί την πρόωρη αποπληρωμή ή τη μείωση του χρέους της, αλλά να προσφεύγει σε νέα δάνεια για επενδύσεις που θα προάγουν την ανάπτυξη. Κατά την προσέγγιση αυτή, τα δεδομένα του ΟΔΔΗΧ δείχνουν ότι η χώρα μπορεί να μην χρειαστεί να δανειστεί για τα επόμενα 3-4 χρόνια λόγω του “cash buffer” των 40 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Ωστόσο, μια προσέγγιση που περιλαμβάνει μηδενικά δάνεια για τέτοιο χρονικό διάστημα είναι ανέφικτη, καθώς η πολιτική ορθότητα απαιτεί μια ισορροπημένη στρατηγική, με το χρέος να αντιμετωπίζεται προσεκτικά, αποφεύγοντας τα υψηλά επιτόκια.
Παρά το γεγονός ότι οι ελληνικές αρχές κατατάσσονται πλέον στην καλύτερη κατηγορία από πλευράς δανεισμού, η οικονομική κατάσταση είναι εξακολουθητικά ανησυχητική. Αυτή τη στιγμή, το επιτόκιο στο 3,36% για τα 10ετή ομόλογα της χώρας είναι σχεδόν τριπλάσιο από αυτά που καταβάλλονταν πριν από πολλές δεκαετίες.
Οπως για παράδειγμα, στα μέσα του 2026, εάν το ελληνικό 10ετές ομόλογο διαπραγματεύεται στο 3,36%, η Γαλλία εμφανίζεται με 3,49%, η Ιταλία με 3,44% και οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο είναι πάνω από 4%. Αυτή η κατάσταση αποτελεί όχι μόνο ένδειξη προόδου αλλά και σημαντική ευθύνη για τη διαχείριση του μέλλοντος της χώρας, λαμβάνοντας υπόψη τις πρόσφατες δοκιμασίες και επιβεβαιώνοντας την ανάγκη για βιώσιμες στρατηγικές ώστε οι μελλοντικές γενιές να μην επαναλάβουν τα λάθη του παρελθόντος.