
Η προσωρινή μείωση της εντάσεως ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν, μαζί με την σταδιακή αποκατάσταση της λειτουργίας των Στενών του Ορμούζ, φαίνεται να ελαφρύνει μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την παγκόσμια οικονομία. Οι τιμές του πετρελαίου σημειώνουν πτώση, τα ενεργειακά χρηματιστήρια βρίσκονται σε διαδικασία σταθεροποίησης και οι ανησυχίες για μια διογκωμένη κρίση στην προσφορά καυσίμων έχουν μειωθεί. Ωστόσο, η Citigroup διαβλέπει ότι η λήξη μιας απειλής μπορεί να σημαίνει την αρχή μιας νέας, πιθανόν ακόμη πιο σοβαρής. Όπως αναφέρεται από το Reuters, η αμερικανική τράπεζα προειδοποιεί για ένα νέο σοκ στην προσφορά, αυτή τη φορά όχι από γεωπολιτικούς λόγους, αλλά από ένα ακραίο κλιματικό φαινόμενο που θα μπορούσε να έχει σημαντικές συνέπειες στην παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα.
Η συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν έχει περιορίσει αρκετούς από τους κύριους κινδύνους για την παγκόσμια ανάπτυξη, αλλά οι συνέπειες της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή παραμένουν. Οι υποδομές έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές και η βιωσιμότητα της συμφωνίας είναι ακόμη αβέβαιη. Παρ’ όλα αυτά, η διεθνής οικονομία έχει καταφέρει να αντέξει μια μακρά περίοδο όπου οι τιμές του πετρελαίου ξεπέρασαν τα 100 δολάρια ανά βαρέλι και πλέον αναμένεται να αναπτυχθεί με ρυθμό περίπου 2,5% φέτος, σε σύγκριση με 2,9% πριν από την κρίση.
### Το νέο πρόβλημα προέρχεται από το κλίμα
Η Citigroup εστιάζει τώρα την προσοχή της στο ενδεχόμενο ενός ισχυρού Ελ Νίνιο, με την Εθνική Υπηρεσία Ωκεανών και Ατμόσφαιρας των ΗΠΑ (NOAA) να εκτιμά ότι η πιθανότητα εμφάνισης του φαινομένου ξεπερνά το 95%, με πιθανή διάρκεια έως τον Μάρτιο του 2027. Υπάρχει επίσης 63% πιθανότητα το Ελ Νίνιο να εξελιχθεί σε πολύ ισχυρό ή να γίνει «σούπερ» μέχρι το τέλος του έτους.
Η έμφαση που δίνει η Citi σε αυτό το κλιματικό φαινόμενο αποδεικνύει τη σοβαρότητα του κινδύνου. Το Ελ Νίνιο είναι γνωστό ως μία από τις κύριες αιτίες της κλιματικής αστάθειας, εμφανιζόμενο συνήθως κάθε τρία έως πέντε χρόνια και οδηγώντας σε σημαντικές μεταβολές θερμοκρασιών και βροχοπτώσεων σε εκτενείς περιοχές του κόσμου.
### Γιατί η ζημία μπορεί να φτάσει σε τρισεκατομμύρια
Η Citigroup υποστηρίζει ότι οι οικονομικές συνέπειες ενός ισχυρού Ελ Νίνιο δεν περιορίζονται μόνο στη διάρκεια του φαινομένου. Οι επιπτώσεις του εκτείνονται για πολλά χρόνια και αφορούν τη γεωργία, την ενέργεια, τις μεταφορές και την παραγωγικότητα. Μελέτες για 147 χώρες από το 1960 έως το 2019 δείχνουν ότι οι ζημίες είναι ορατές ακόμα και πέντε χρόνια μετά την εκδήλωσή του, με τις πιο πληγείσες χώρες να υφίστανται επιπτώσεις για έως και δεκατέσσερα χρόνια.
Τα δεδομένα από προηγούμενα επεισόδια του Ελ Νίνιο είναι ανησυχητικά: το φαινόμενο του 1982-1983 προκάλεσε ζημιές περίπου 4,1 τρισ. δολάρια, το 1997-1998 εκτιμάται ότι κόστισε 5,7 τρισ. δολάρια, ενώ το 2015-2016 οι απώλειες ανήλθαν σε 3,9 τρισ. δολάρια, κάτι που ισοδυναμούσε με το 5% του τότε παγκόσμιου ΑΕΠ.
### Η αρνητική πρόβλεψη της Citi
Η αμερικανική τράπεζα θεωρεί ότι το Ελ Νίνιο του 2026-2027 μπορεί να έχει ακόμα μεγαλύτερες συνέπειες, καθώς θα εκδηλωθεί σε έναν κόσμο που ήδη υφίσταται τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Η θερμοκρασία των ωκεανών είναι ήδη υψηλότερη κατά 0,3 έως 0,4 βαθμούς Κελσίου σε σχέση με το προηγούμενο μεγάλο επεισόδιο, δημιουργώντας συνθήκες πιο επιβλαβείς.
Στο κύριο σενάριο, οι συνολικές απώλειες για την παγκόσμια οικονομία αναμένονται να κυμανθούν μεταξύ 3 και 3,5 τρισ. δολαρίων, ποσό που αντιπροσωπεύει περίπου το 3% του σημερινού παγκόσμιου ΑΕΠ. Αν όμως το φαινόμενο εξελιχθεί σε «σούπερ» Ελ Νίνιο, το κόστος μπορεί να ξεπεράσει τα 5 με 7 τρισ. δολάρια, αγγίζοντας έως και το 6,4% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2026.
### Οι συνέπειες στην Ευρώπη και η ΕΚΤ
Αν και φαίνεται ότι η ευρωπαϊκή οικονομία είναι λιγότερο εκτεθειμένη στις άμεσες συνέπειες του Ελ Νίνιο, οι έμμεσες επιπτώσεις μπορεί να είναι σημαντικές. Η Ευρώπη, ενώ είναι σε μεγάλο βαθμό αυτάρκης σε κύρια τρόφιμα, συμμετέχει ενεργά στο διεθνές εμπόριο αγροτικών προϊόντων και δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστη από ανόδους των τιμών που προκύπτουν λόγω κλιματικών αλλαγών.
Η Citi τονίζει ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος σχετίζεται με τις πολιτικές των ευρωπαϊκών κεντρικών τραπεζών. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στο θέμα του πληθωρισμού και έχει αναγνωρίσει ότι οι ακραίες καιρικές συνθήκες μπορούν να επηρεάσουν τις τιμές των τροφίμων. Εάν οι πληθωριστικές πιέσεις αυξηθούν, θα μπορούσε να διατηρηθεί μια πιο αυστηρή νομισματική πολιτική για περισσότερο καιρό, επηρεάζοντας τη ανάπτυξη και το κόστος δανεισμού στην ευρωζώνη.
Η Citi καταλήγει ότι, αν και η παγκόσμια οικονομία φαίνεται να ξεπερνά το ενεργειακό σοκ από τη Μέση Ανατολή, βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με ένα νέο, αλλά εξίσου επικίνδυνο πρόβλημα. Αυτή τη φορά, η κατεύθυνση θα επιλεγεί από τις φυσικές δυνάμεις, οι οποίες μπορεί να αποδειχθούν ιδιαίτερα δαπανηρές για την παγκόσμια οικονομία.