
Πάνω από 100 υπεράκτια αιολικά πάρκα βρίσκονται σε πλήρη λειτουργία στη Βόρεια Θάλασσα, καλύπτοντας τις αποκλειστικές οικονομικές ζώνες της Γερμανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ολλανδίας, της Δανίας και του Βελγίου. Σημαντικά συγκροτήματα στον Γερμανικό Κόλπο και ανοιχτά των ανατολικών ακτών του Ηνωμένου Βασιλείου κάνουν την περιοχή έναν παγκόσμιο ηγέτη στη νεωτεριστική υπεράκτια αιολική ενέργεια.
Ωστόσο, η θέση αυτών των εγκαταστάσεων εγείρει σοβαρά ζητήματα αναφορικά με τη δικαιοδοσία: Ποιος είναι υπεύθυνος για την εποπτεία τους; Είναι οι εθνικές αρχές, οι ιδιώτες ή οι φορείς εκμετάλλευσης;
Στη ξηρά, οι κανόνες ασφαλείας είναι σαφείς. Όταν ένα drone πλησιάζει κρίσιμες υποδομές στη Γερμανία, αναλαμβάνει δράση η αστυνομία. Αν όμως εισέρχεται σε στρατιωτική ζώνη, οι ένοπλες δυνάμεις παρέμβαίνουν. Στη θάλασσα, η κατάσταση είναι πολύ πιο περίπλοκη.
Η παρουσία drones πάνω από υπεράκτιες ενεργειακές δομές—τα οποία συχνά αιωρούνται για λόγους καταγραφής ή χαρτογράφησης—δεν συνδέεται με μια καθορισμένη αντίδραση. Συχνά, αυτά τα περιστατικά διαφεύγουν της επίσημης αναφοράς και δεν υπάρχει σαφής υπεύθυνος παρακολούθησης.
Σύμφωνα με αναλυτές ασφαλείας, αυτή η κατάσταση δημιουργεί ένα «τυφλό σημείο» στην ασφάλεια της ευρωπαϊκής ενεργειακής υποδομής. Το πρόβλημα είναι τόσο νομικό όσο και γεωγραφικό: τα υπεράκτια πάρκα βρίσκονται μακριά από τις ακτές και συχνά εμπίπτουν σε ζώνες όπου οι αρμοδιότητες αλληλεπικαλύπτονται ανάμεσα σε δημόσιες αρχές, ναυτικές υπηρεσίες και ιδιώτες.
Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι αυτές οι αδυναμίες εκμεταλλεύονται ήδη. Όπως αποκάλυψε το Euronews, ο Albéric Mongrenier από το European Initiative for Energy Security (EIES) παρατηρεί ότι οι επιθέσεις και οι παρεμβολές γύρω από ενεργειακές υποδομές είναι όλο και πιο συχνές και ποικιλόμορφες.
Οι εν λόγω δραστηριότητες περιλαμβάνουν πιθανή επιτήρηση με drones, δολιοφθορές και υποθαλάσσιες χαρτογραφήσεις. Τα υπεράκτια αιολικά πάρκα είναι ελκυστικοί στόχοι όχι μόνο λόγω της στρατηγικής τους σημασίας, αλλά και επειδή είναι απομακρυσμένα και δύσκολα προσβάσιμα.
Τα υποθαλάσσια καλώδια που συνδέουν τα πάρκα με την ξηρά είναι ιδιαίτερα τρωτά, καθώς εκτείνονται για πολλά χιλιόμετρα στον βυθό της θάλασσας και η παρακολούθησή τους είναι προκλητική. Επιπλέον, η ροή πληροφοριών σχετικά με περιστατικά δεν είναι συνεπής.
Ο Dan Marks από το Royal United Services Institute (RUSI) στο Λονδίνο επισημαίνει ότι η αναφορά περιστατικών είναι διασπασμένη και ασυνεπής. «Τα περιστατικά συνήθως αναφέρονται στην αστυνομία, οι οποίοι προσπαθούν να διερευνήσουν, αλλά το αποτέλεσμα συχνά παραμένει ασαφές», τονίζει.
Πολλές εταιρείες αποφεύγουν να κλιμακώσουν μικρότερα περιστατικά. Ένα drone μπορεί να εντοπιστεί, να παρακολουθείται και τελικά να εξαφανίζεται χωρίς καμία άλλη αναφορά. Ο Marks αμφισβητεί τη φύση αυτών των drones, θεωρώντας ότι είναι απίθανο να έχουν φτάσει «τυχαία» στη θάλασσα.
Σημερινές αναφορές υποδεικνύουν ότι drones έχουν εκτοξευθεί από δεξαμενόπλοια του «σκιώδους στόλου», που χρησιμοποιούν απόκρυφες πρακτικές για μεταφορά προϊόντων με κυρώσεις, ωστόσο το φαινόμενο δεν περιορίζεται μόνο στη Βόρεια Θάλασσα.
Η ευρωπαϊκή αντιμετώπιση των υβριδικών απειλών παραμένει κατακερματισμένη, με κάθε χώρα να εφαρμόζει διαφορετικά συστήματα και πολιτικές. Ο Mongrenier εκτιμά πως πρέπει να υπάρξει σαφής διαχωρισμός αρμοδιοτήτων, ώστε οι ιδιωτικές εταιρείες να γνωρίζουν ποιος είναι υπεύθυνος σε κάθε στάδιο—πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από ένα περιστατικό. Ιδιαίτερα οι σκανδιναβικές χώρες, όπως η Νορβηγία, έχουν πιο αποτελεσματικές ρυθμίσεις.
Η Sabrina Schulz, διευθύντρια του EIES στη Γερμανία, επισημαίνει ότι η πολυπλοκότητα των αρμοδιοτήτων—ανάμεσα σε αστυνομία, ναυτική αστυνομία, πολεμικό ναυτικό και υπηρεσίες κυβερνοασφάλειας—δημιουργεί σημαντικές προκλήσεις.
Η Γερμανική Κεντρική Υπηρεσία Ναυτικής Ασφάλειας και Προστασίας (MSSC) λειτουργεί ως το κύριο σημείο συντονισμού, αλλά η σύγκριση με χώρες όπως η Νορβηγία είναι δύσκολη. «Η Γερμανία πρέπει να αντλήσει διδάγματα από τις καλές πρακτικές άλλων χωρών της Βόρειας Θάλασσας», αναφέρει.
Μετά την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, η Ευρώπη κλήθηκε να αναθεωρήσει την ενεργειακή και αμυντική της στρατηγική. Οι χώρες της ΕΕ στράφηκαν σε εναλλακτικές πηγές, όπως το LNG από τις ΗΠΑ και το Κατάρ.
Οι γεωπολιτικές εντάσεις, ωστόσο, σε περιοχές όπως το Στενό του Ορμούζ συνεχίζουν να κλονίζουν τη σταθερότητα των παγκόσμιων ενεργειακών ροών. Ο Daniel Greve από το γερμανικό Υπουργείο Οικονομίας και Ενέργειας (BMWE) τονίζει πως η υπεράκτια αιολική ενέργεια είναι «στρατηγικός πυλώνας ενός ανθεκτικού ενεργειακού συστήματος», ενισχύοντας την αυτονομία από εισαγωγές.
Η Ευρώπη προγραμματίζει να ενισχύσει τις υπεράκτιες αιολικές εγκαταστάσεις μέσω της Διακήρυξης του Αμβούργου, η οποία προβλέπει σημαντική αύξηση της ισχύος έως το 2031, με στόχο την ετήσια προσθήκη 15 γιγαβάτ και τη δημιουργία δεκάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας.
Η Γερμανία ήδη διαθέτει περίπου 9,7 γιγαβάτ υπεράκτιας αιολικής ενέργειας, με στόχο τον επταπλασιασμό της έως το 2045. Ωστόσο, αυτή η ταχεία επέκταση φέρνει νέες προκλήσεις ασφάλειας. Τα περισσότερα πάρκα βρίσκονται σε αποκλειστικές οικονομικές ζώνες, μακριά από τις ακτές, γεγονός που δυσκολεύει την εποπτεία τους. Παράλληλα, η Schulz υποστηρίζει ότι οι υπεράκτιες υποδομές είναι πιο ανθεκτικές από τις εγκαταστάσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου, δεδομένου ότι δεν περιλαμβάνουν εύφλεκτα υλικά ή μόνιμο προσωπικό.
Ωστόσο, προειδοποιεί ότι οι υβριδικές απειλές μπορεί να επεκταθούν: «Η προσοχή έχει στραφεί στο παρελθόν στη Βαλτική, οπότε θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για την εξάπλωση αυτών των απειλών και στη Βόρεια Θάλασσα στο μέλλον.
Διαβάστε ακόμη