
Η Ελλάδα συνεχίζει να συγκαταλέγεται ανάμεσα στις ελάχιστες χώρες της ευρωζώνης που αξιοσημείωτα βελτιώνουν τα δημοσιονομικά τους στοιχεία, σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της UBS σχετικά με την εξέλιξη του χρέους. Εν μέσω μιας γενικής αύξησης του δημόσιου χρέους στην ευρωζώνη, η ελληνική οικονομία κατέγραψε τη μεγαλύτερη μείωση του λόγου του χρέους προς το ΑΕΠ, διαπιστώνοντας θετική πορεία.
Σύμφωνα με τις μεθόδους παρακολούθησης του Συμφώνου Σταθερότητας, το δημόσιο χρέος της ευρωζώνης σημείωσε άνοδο κατά 0,8 ποσοστιαίες μονάδες και καταγράφηκε στο 87,9% του ΑΕΠ το 2025. Σχεδόν δύο τρίτα των κρατών-μελών παρουσίασαν άνοδο, με τη Φινλανδία να καταγράφει τη μεγαλύτερη αύξηση κατά 6,1 μονάδες φθάνοντας το 89% του ΑΕΠ, ακολουθούμενη από το Βέλγιο και τη Γαλλία.
Ωστόσο, η Ελλάδα προβάλλει ως μία φωτεινή εξαίρεση. Η UBS καταγράφει μείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους κατά 8,1 ποσοστιαίες μονάδες, φτάνοντας το 146% του ΑΕΠ το τέλος του 2025, κατατάσσοντας τη χώρα στην κορυφή της βελτίωσης μαζί με την Κύπρο και την Ιρλανδία.
Η εικόνα του ελληνικού χρέους επιβεβαιώνει τη διαδικασία δημοσιονομικής εξυγίανσης, αν και η UBS επισημαίνει έναν σημαντικό αστερίσκο. Η υψηλή πληθωριστική πίεση των προηγούμενων ετών συνέβαλε θετικά στην ονομαστική ανάπτυξη, βοηθώντας έτσι στη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Ωστόσο, αυτή η θετική επίδραση φαίνεται να έχει περιοριστεί. Στην ευρωζώνη, ο αποπληθωριστής του ΑΕΠ άγγιξε το 2,5% στο τέταρτο τρίμηνο του 2025, σε αντίθεση με την κορύφωση του 6,7% τον πρώτο εξάμηνο του 2023. Για την Ελλάδα, ο αποπληθωριστής κυμάνθηκε στο 1,9%.
Αυτό σημαίνει ότι η μελλοντική αποκλιμάκωση του ελληνικού χρέους δεν θα στηρίζεται τόσο στην επίδραση του πληθωρισμού, αλλά θα απαιτεί πραγματική ανάπτυξη, διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία. Η UBS προβλέπει πως οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες θα δουν τους δείκτες χρέους τους είτε να σταθεροποιούνται είτε να ανέρχονται.
Στον ιδιωτικό τομέα, η Ελλάδα εμφανίζεται με σχετικά χαμηλή μόχλευση, καθώς το συνολικό χρέος όλων των τομέων διαμορφώνεται στο 288% του ΑΕΠ, μειωμένο από το 293,4% το 2024. Ειδικότερα, το χρέος των νοικοκυριών έχει υποχωρήσει στο 38,1% του ΑΕΠ, ενώ αυτό των επιχειρήσεων έχει αυξηθεί στο 59,3%, παραμένοντας ωστόσο χαμηλό σε σύγκριση με άλλες χώρες της ευρωζώνης.
Ένα σημαντικό μειονέκτημα παραμένει η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της χώρας, η οποία σύμφωνα με την UBS είναι αρνητική στο 137% του ΑΕΠ, γεγονός που την καθιστά την πιο αδύναμη περίπτωση μεταξύ των χωρών που εξετάστηκαν. Παρά τις θετικές εξελίξεις στο δημόσιο χρέος και τη χαμηλή ιδιωτική μόχλευση, η Ελλάδα διατηρεί σημαντική ευπάθεια σε εξωτερικούς παράγοντες. Το μήνυμα για την αγορά είναι διττό: η Ελλάδα πέτυχε την πιο εντυπωσιακή δημοσιονομική προσαρμογή στην ευρωζώνη, αλλά η ποιότητα της επόμενης φάσης θα εξαρτηθεί από τη διαρκή ανάπτυξη και τη βελτίωση της εξωτερικής θέσης της χώρας.
Διαβάστε ακόμη
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο Θέμα.