
Επιφυλακτικότητα επέδειξε απόψε η DBRS στη στιγμή της πρώτης αξιολόγησης της Ελλάδας για το 2026, διατηρώντας αμετάβλητη την πιστοληπτική αξιολόγηση στο «BBB» με σταθερές προοπτικές, κάτι που επιβεβαίωσε τις υπάρχουσες εκτιμήσεις.
Η αρχική αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας για το τρέχον έτος έρχεται εν μέσω μιας ιδιαίτερα δύσκολης παγκόσμιας συγκυρίας, με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, τη ραγδαία αύξηση τιμών ενέργειας και ανησυχίες για την αναζωπύρωση του πληθωρισμού να κλιμακώνουν την αβεβαιότητα στις αγορές. Οι πιέσεις που παρατηρούνται στις αποδόσεις των ευρωπαϊκών και ελληνικών ομολόγων το αποδεικνύουν.
Με αυτή την κατάσταση στο φόντο, ο καναδικός οίκος αξιολόγησης επέλεξε να υιοθετήσει μια προσεκτική στάση.
Όσον αφορά τις βασικές παραμέτρους της αξιολόγησης, η DBRS αναφέρει ότι η σταθερή αυτές προοπτικές αποτυπώνουν την εκτίμηση ότι οι κίνδυνοι για την πιστοληπτική αξιολόγηση είναι καλά ισορροπημένοι, παρά τις θετικές οικονομικές και δημοσιονομικές εξελίξεις του περασμένου έτους.
Συγκεκριμένα, η Τράπεζα της Ελλάδας εκτιμά ότι το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% το 2025, με κύριους κινητήρες την ισχυρή επενδυτική δραστηριότητα και την ανάπτυξη της ιδιωτικής κατανάλωσης, καθώς και αύξηση των τουριστικών αφίξεων.
Οι δημοσιονομικές εξελίξεις επωφελήθηκαν τόσο από ευνοϊκούς συγκυριακούς παράγοντες όσο και από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που ενίσχυσαν τη φορολογική συμμόρφωση, με αποτέλεσμα την αύξηση των δημόσιων εσόδων.
Κατά την περίοδο από το τέταρτο τρίμηνο του 2024 έως το τρίτο τρίμηνο του 2025, το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης κατέγραψε πλεόνασμα 2,6% του ΑΕΠ.
Οι ευνοϊκές δημοσιονομικές επιδόσεις και η συνεχώς αυξανόμενη οικονομική ανάπτυξη μείωσαν το πολύ υψηλό δημόσιο χρέος. Το συνολικό χρέος της γενικής κυβέρνησης μειώθηκε στο 149,7% του ΑΕΠ τον Σεπτέμβριο του 2025, από 158,6% τον Σεπτέμβριο του 2024.
Όσον αφορά το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού για το 2026, η DBRS υπογραμμίζει προβλέψεις για περαιτέρω μείωση του λόγου δημόσιου χρέους στο 138,2% του ΑΕΠ έως τα τέλη του 2026. Αυτή η πρόβλεψη εδράζεται στις αναμενόμενες ισχυρές αυξήσεις του ονομαστικού ΑΕΠ, την επίτευξη σημαντικού πρωτογενούς πλεονάσματος και την πρόωρη εξόφληση υφιστάμενου χρέους.
Αν και οι θετικές οικονομικές και δημοσιονομικές συνθήκες αναμένονται να συνεχιστούν και το 2026, οι προοπτικές της οικονομίας δέχονται σημαντικούς καθοδικούς κινδύνους, όπως η πιθανή κλιμάκωση γεωπολιτικών εντάσεων.
Αβέβαιο είναι το εάν η αυξημένη ένταση στη Μέση Ανατολή θα οδηγήσει σε μόνιμη αύξηση του παγκόσμιου κόστους ενέργειας.
Στο μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η συνέχιση μίας σαφούς πτωτικής τάσης στο δημόσιο χρέος προϋποθέτει διαρκή πρωτογενή πλεονάσματα και τη δυνατότητα της Ελλάδας να διατηρεί την οικονομική της δυναμική, ειδικά καθώς σταδιακά αποσύρονται οι επιχορηγήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης της ΕΕ το 2026.
Η αξιολόγηση BBB της Ελλάδας βασίζεται στην βελτιωμένη χρηματοοικονομική κατάσταση του τραπεζικού τομέα, στο αξιόπιστο οικονομικό πλαίσιο της χώρας και στη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη ζώνη του ευρώ.
Διάφορες ελληνικές κυβερνήσεις έχουν εφαρμόσει σημαντικές μεταρρυθμίσεις που έχουν ενισχύσει τη διακυβέρνηση, βελτιώνοντας το επιχειρηματικό περιβάλλον και την βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.
Ωστόσο, η πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας παραμένει περιορισμένη από το υψηλό επίπεδο του δημόσιου χρέους, καθώς και από τη σχετική χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας και το μικρό μέγεθος της οικονομίας, καθιστώντας τη χώρα πιο ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς.
Η ελληνική οικονομία επιβαρύνεται και από εξωτερικές ανισορροπίες, όπως το διαχρονικό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, που επηρεάζουν αρνητικά το πιστοληπτικό προφίλ της χώρας.
Η Morningstar DBRS θα μπορούσε να προχωρήσει σε αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης εάν σημειωθούν τα εξής:
(1) μείωση του λόγου δημόσιου χρέους σύμφωνα με τις προσδοκίες εντός των επόμενων δύο χρόνων και διατήρηση πτωτικής πορείας μεσοπρόθεσμα, χάρη στις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, ή
(2) συνέχιση μεταρρυθμίσεων που θα ενισχύσουν τις επενδύσεις και θα βελτιώσουν τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές της οικονομίας.
Αντιθέτως, η DBRS θα μπορούσε να υποβαθμίσει την πιστοληπτική αξιολόγηση αν συμβεί το εξής:
(1) παρατεταμένη αποδυνάμωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας ή υλοποίηση υποχρεώσεων που θα οδηγήσουν σε αύξηση του δημόσιου χρέους·
(2) ανατροπή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ή
(3) σημαντική επιδείνωση της εξωτερικής θέσης της οικονομίας.
Η αναμενόμενη οικονομική ανάπτυξη παραμένει ισχυρή, ωστόσο οι διαρθρωτικές προκλήσεις είναι παρούσες. Ο οίκος υπογραμμίζει:
Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται ραγδαία. Η Τράπεζα της Ελλάδας εκτιμά ότι το πραγματικό ΑΕΠ αύξησε κατά 2,1% το 2025, με σημαντική συμβολή από την ισχυρή εγχώρια ζήτηση και την τουριστική ανάπτυξη. Η ιδιωτική κατανάλωση ενισχύεται, λόγω ευνοϊκών μεταβολών στην αγορά εργασίας, με σταθερή αύξηση απασχόλησης και μείωση της ανεργίας (με βάση τον ορισμό της ΔΟΕ) στο 7,5% στα τέλη του 2025, από 9,4% το 2024.
Οι εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων, καθώς και οι πόροι από το Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ενίσχυσαν την επενδυτική δράση, κυρίως στους τομείς των κατασκευών. Η Ελλάδα ξεχωρίζει στην ΕΕ για την επίτευξη βασικών στόχων και την απορρόφηση πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης, ύψους 35,9 δισ. ευρώ, που ισοδυναμούν με το 15,2% του ονομαστικού ΑΕΠ του 2024.
Για τα επόμενα χρόνια, η ανάπτυξη αναμένεται να διατηρηθεί, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προβλέπει αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 2,2% το 2026 και 1,7% το 2027, με συνεχιζόμενη ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης λόγω της ανόδου των πραγματικών μισθών.
Η επενδυτική δραστηριότητα θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα το 2026, αν και είναι πιθανό να μειωθεί καθώς ολοκληρώνονται οι επιχορηγήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης.
Τα έξοδα δημόσιων τομέων αναμένεται να αυξηθούν, κυρίως λόγω στρατηγικών αναγκών, γήρανσης του πληθυσμού και πράσινης μετάβασης, οπότε η Morningstar DBRS εκτιμά ότι η δημοσιονομική πολιτική θα διατηρηθεί συνετή.
Η υπέρβαση των δημοσιονομικών στοχεύσεων τα τελευταία χρόνια, σε συνδυασμό με τις διαρθρωτικές βελτιώσεις στα έσοδα, τεκμηριώνει τη θετική αξιολόγηση στη χρηματοοικονομική διαχείριση.
Η DBRS σημειώνει ότι παρόλο που ο λόγος δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ μειώθηκε τα τελευταία χρόνια, παραμένει ο υψηλότερος από άλλες χώρες της ευρωζώνης. Το χρέος διαμορφώθηκε στο 149,7% του ΑΕΠ το Σεπτέμβριο του 2025, μειωμένο από 158,6% το προηγούμενο έτος.
Για τα επόμενα χρόνια, το προσχέδιο του προϋπολογισμού προγραμματίζει περαιτέρω μείωση του δημόσιου χρέους στο 138,2% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2026, υποδηλώνοντας ότι το ισχυρό ΑΕΠ και οι πρόωρες αποπληρωμές συμβάλλουν στην περαιτέρω μείωση του χρέους.
Παρ’ όλο που το υψηλό επίπεδο χρέους παραμένει αδυναμία για την αξιολόγηση, οι κίνδυνοι αναχρηματοδότησης μειώνονται λόγω της οικονομικής δομής του χρέους και των υψηλών ταμειακών διαθέσιμων.
Η μέση διάρκεια ωρίμανσης του χρέους φτάνει τα 18,4 έτη, καθώς ένα σημαντικό κομμάτι του προέρχεται από ευνοϊκά δάνεια από τον επίσημο τομέα.
Τα ταμειακά διαθέσιμα ανέρχονται σε 39,6 δισ. ευρώ, περίπου στο 15,9% του ΑΕΠ. Η σταθερότητα επιτοκίων στις υποχρεώσεις υποστηρίζει τη θετική αξιολόγηση από τη Morningstar DBRS.
Στη διάρκεια του χρόνου, η βιωσιμότητα του χρέους εξαρτάται από την ικανότητα διατήρησης πρωτογενών πλεονασμάτων και από την ισχυρή ανάπτυξη του ΑΕΠ.
Ανησυχίες υπάρχουν και από τις κρατικές εγγυήσεις, που ανέρχονται σε 25,1 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 10% του ΑΕΠ.
Το υψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών στηρίζεται στο πιστοληπτικό προφίλ της Ελλάδας.
Παρόλο που το έλλειμμα μειώθηκε στο 5,7% το 2025, εξακολουθεί να είναι υψηλότερο από τα επίπεδα πριν την πανδημία.
Η αύξηση της εγχώριας ζήτησης, κυρίως λόγω των επενδύσεων, οδηγεί σε αύξηση των εισαγωγών, κάτι που υπεραντιστάθμισε την ανάπτυξη από τον τουρισμό.
Η εκτίμηση για τα επόμενα χρόνια δείχνει διατήρηση του υπολογιζόμενου ελλείμματος στο 5,7% το 2026 και 5,8% το 2027.
Ωστόσο, η Morningstar DBRS εκτιμά ότι η εξωτερική θέση της χώρας έχει βελτιωθεί, καθώς ένα μέρος των ελλειμμάτων καλύπτεται από επενδύσεις χωρίς δημιουργία χρέους, όπως μετοχικές επενδύσεις.
Το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος ανέρχεται στο 238% του ΑΕΠ, με την καθαρή διεθνή επενδυτική θέση στο -138% του ΑΕΠ.
Η ανθεκτικότητα του ελληνικού τραπεζικού τομέα έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, κυρίως λόγω της κρατικής στήριξης και της ανάκαμψης της οικονομίας.
Η ποιότητα των τραπεζικών χαρτοφυλακίων βελτιώθηκε μέσω προγραμμάτων όπως ο «Ηρακλής», ο οποίος βοήθησε στη μεταφορά των μη εξυπηρετούμενων δανείων εκτός των ισολογισμών των τραπεζών.
Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων μειώθηκε στο 3,6% το Σεπτέμβριο του 2025, χάρη στις δυναμικές μεταρρυθμίσεις.
Οι ελληνικές τράπεζες χρηματοδοτούνται κυρίως από το εσωτερικό και διαθέτουν ισχυρά αποθέματα ρευστότητας. Ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας διαμορφώθηκε σε 207,2% το τρίτο τρίμηνο του 2025.
Η κερδοφορία των τραπεζών έχει ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια, κυρίως από την αύξηση των δανειστικών δραστηριοτήτων και τη βελτίωση των λειτουργικών παραμέτρων.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, η απόδοση του ενεργητικού φτάνει το 1,4% το τρίτο τρίμηνο του 2025.
Η ενίσχυση της κερδοφορίας έχει οδηγήσει σε αύξηση των κεφαλαιακών αποθεμάτων, με τον δείκτη κεφαλαίων CET1 να φτάνει το 16,1% το τρίτο τρίμηνο του 2025, από 12,6% τέσσερα χρόνια νωρίτερα.
Παρά αυτές τις εξελίξεις, η ποιότητα της κεφαλαιακής βάσης παραμένει αδύναμη, με σημαντικό ποσοστό αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων.
Η πολιτική σταθερότητα στην Ελλάδα διατηρείται σε υψηλά επίπεδα τα τελευταία χρόνια.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας υπό τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη απολαμβάνει ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, επιτρέποντας την προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και την εκπλήρωση των στόχων του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Οι επόμενες εκλογές αναμένονται έως τον Ιούλιο του 2027.
Η Morningstar DBRS δεν αναμένει σημαντικές πολιτικές αλλαγές μετά από αυτές, καθώς υπάρχει συναίνεση νομοθετικών κομμάτων σε κεντρικά οικονομικά ζητήματα.
Παράλληλα, η θεσμική ποιότητα συνεχίζει να αντιμετωπίζει προκλήσεις, όπως οι καθυστερήσεις στη δικαιοσύνη.
Οι δείκτες διακυβέρνησης παραμένουν χαμηλότεροι σε σχέση με τις περισσότερες χώρες της ΕΕ, ειδικότερα όσον αφορά το κράτος δικαίου. Ωστόσο, η Morningstar DBRS πιστεύει ότι η θεσμική ποιότητα αναμένεται να βελτιωθεί στα επόμενα χρόνια.
Ο κύκλος αξιολογήσεων για την Ελλάδα θα συνεχιστεί την άνοιξη, με Moody’s στις 13 Μαρτίου και Scope Ratings στις 20 Μαρτίου, ακολουθούμενο από Standard & Poor’s στις 24 Απριλίου και Fitch Ratings στις 8 Μαΐου.
Διαβάστε επίσης
Ο πόλεμος στο Ιράν δεν «σβήνει» το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ: Πώς 38 τρισ. δολ. απειλούν οικονομία και Τραμπ
Στρατηγική συνεργασία Σεμίραμις Παληού-Πέτρου Παππά για την εξαγορά της Genco (pic)
Πώς το Ιράν μπορεί με τα drones να κρατήσει τα Στενά του Ορμούζ κλειστά για μήνες
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα