
Στη Μέση Ανατολή, οι σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν βρίσκονται σε κρίσιμο σημείο, προκαλώντας βαθιά ανησυχία για την ασφάλεια στην περιοχή.
Η επίταση της σύγκρουσης προέρχεται από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και την αντίσταση της Τεχεράνης στις σφοδρές απαιτήσεις της Ουάσινγκτον, με αποτέλεσμα να προκύψει διπλωματικό αδιέξοδο. Και οι δύο πλευρές διαρθρώνουν στρατηγικές για μία ενδεχόμενη στρατιωτική αντιπαράθεση.
Η ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας και οι απειλές για στρατιωτική σταδιοδρομία αυξάνουν τον κίνδυνο μιας ευρύτερης σύγκρουσης με αβέβαιες συνέπειες.
Η κατάσταση γύρω από το ιρανικό πυρηνικό σχέδιο, ειδικά ύστερα από ζημιές που προκλήθηκαν σε στρατηγικές εγκαταστάσεις πριν από οκτώ μήνες, δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με τις ικανότητες και τις προθέσεις του καθεστώτος.
Ταυτόχρονα, το Ιράν δέχεται σοβαρές εσωτερικές προκλήσεις, καθώς οι συνεχείς διαδηλώσεις κατά της κυβέρνησης και η κοινωνική δυσαρέσκεια απειλούν την εσωτερική του σταθερότητα.
Στο πλαίσιο αυτής της πολύπλοκης γεωπολιτικής κατάστασης, η πρόοδος της κρίσης εξαρτάται άμεσα από τις διπλωματικές διαπραγματεύσεις και τις στρατηγικές αποφάσεις των εμπλεκόμενων πλευρών, κατατάσσοντας την κατάσταση ως μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την διεθνή ασφάλεια.
Η ένταση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν έχει φθάσει σε επικίνδυνα επίπεδα. Στο πλαίσιο των πυρηνικών συνομιλιών, η αμερικανική κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ έχει θέσει σφοδρές προϋποθέσεις, όπως:
Δεδομένου ότι η Τεχεράνη δεν έχει δείξει προθυμία να συμμορφωθεί με αυτές τις απαιτήσεις, έχει καθορίσει δικές της «κόκκινες γραμμές», γεγονός που αυξάνει την πιθανότητα στρατιωτικών επιθέσεων.
Το τελευταίο διάστημα, ο αμερικανικός στρατός έχει εντείνει την παρουσία του στη Μέση Ανατολή. Πέρα από τους 40.000 μόνιμους στρατιώτες που βρίσκονται στη περιοχή της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ (USCENTCOM), έχουν προστεθεί δύο αεροπλάνα (το «USS Abraham Lincoln» και το «Gerald R. Ford») με συνοδευτικά πλοία και πολυάριθμα αεροσκάφη (μαχητικά και υποστήριξης).
Επιπλέον, αμερικανικά πολεμικά πλοία διεξάγουν περιπολίες στον Κόλπο του Ομάν και άλλα κρίσιμα ναυτικά σημεία, ενώ εκατοντάδες αεροσκάφη έχουν αναπτυχθεί σε βάσεις των αραβικών κρατών της περιοχής.
Παράλληλα, βρετανικά αεροσκάφη έχουν εδραιωθεί στη βάση της Ακρωτηρίου στην Κύπρο και στη βάση της Σούδας στην Κρήτη, ενώ οι ισραηλινές αεροπορικές δυνάμεις έχουν τεθεί σε κατάσταση ετοιμότητας ενόψει πιθανών στρατιωτικών δράσεων κατά του Ιράν.
Η Τεχεράνη προσπαθεί να διατηρήσει ανοιχτούς τους διαύλους διαλόγου για μια διπλωματική λύση, αλλά ταυτόχρονα εκπέμπει σαφές μήνυμα αποτροπής. Πιο συγκεκριμένα:
Με αυτόν τον διπλό στρατηγικό προσανατολισμό – έτοιμη για διάλογο, αλλά αποφασισμένη να διαφυλάξει την κυριαρχία της – η Τεχεράνη δείχνει τις προθέσεις της απέναντι στην αμερικανική στρατιωτική απειλή και τα τελεσίγραφα του Τραμπ.
Οι τελευταίες συνομιλίες ΗΠΑ – Ιράν στη Γενεύη χαρακτηρίζονται από πολλούς αναλυτές ως η τελευταία ευκαιρία για την Τεχεράνη, προκειμένου να αποφύγει μια σοβαρή κλιμάκωση με την Ουάσιγκτον.
Η διπλωματική διαδικασία διεξάγεται σε απαιτητικό περιβάλλον, με τις δύο πλευρές να διατυπώνουν αντικρουόμενες «κόκκινες γραμμές». Οι ΗΠΑ έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι η αποτυχία των συνομιλιών μπορεί να επιφέρει σοβαρές συνέπειες. Αυτές οι συναντήσεις είναι ο τρίτος γύρος συνομιλιών σε σύντομο χρονικό διάστημα, κάτι που τονίζει την επείγουσα φύση της κατάστασης.
Η πολιτική πίεση έχει κλιμακωθεί στις τελευταίες δηλώσεις του Τραμπ, ο οποίος αναφέρει ότι δεν θα επιτρέψει στον κύριο χρηματοδότη της τρομοκρατίας να αποκτήσει πυρηνικό όπλο. Αυτή η δήλωση λειτουργεί ως ισχυρός μηχανισμός αποτροπής και εντάσσεται σε μια πιο συνολική στρατηγική πίεσης, που συνδυάζει διαπραγμάτευση με απειλή στρατιωτικής δράσης.
Οι συνομιλίες αυτές αναμένονται ως «τελευταία ευκαιρία» για το Ιράν, καθώς η κατάσταση κλιμακώνεται, αυξάνοντας την πιθανότητα εκδήλωσης ενός ιρανικού πλήγματος.
Το σοβαρό πλήγμα από τον πόλεμο του Ιουνίου 2025 έχει δυσχεράνει σοβαρά τη λειτουργία των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν, περιορίζοντας προσωρινά τη δυνατότητα ανάπτυξης πυρηνικών όπλων. Βασικές εγκαταστάσεις, όπως οι Φορντό και Νατάνζ, υπήρξαν αντικείμενα εκτενών ζημιών, μειώνοντας την αποτελεσματική τους λειτουργία.
Σύμφωνα με αναλύσεις του αμερικανικού «Ινστιτούτου για την Επιστήμη και τη Διεθνή Ασφάλεια» (ISIS), η πιθανότητα άμεσης ανάπτυξης πυρηνικής βόμβας παραμένει περιορισμένη, ιδίως αναφορικά με την ενσωμάτωσή της σε βαλλιστικούς πυραύλους.
Ωστόσο, η αδυναμία της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (ΙΑΕΑ) να πραγματοποιήσει επιθεωρήσεις στις ιρανικές εγκαταστάσεις εγείρει συγκριτικά ερωτήματα και ανησυχίες για τις πραγματικές προθέσεις της Τεχεράνης. Η απαγόρευση πρόσβασης στους επιθεωρητές της ΙΑΕΑ, καθώς και οι πληροφορίες για εργασίες ανακαίνισης σε συγκεκριμένες τοποθεσίες προοιωνίζουν πιθανές αλλαγές στο πυρηνικό πρόγραμμα σε πιο προστατευμένα υπόγεια περιβάλλοντα.
Η πιθανότερη εξέλιξη είναι να συνεχιστεί το Ιράν σταδιακά την ανασυγκρότηση των πυρηνικών του προγραμμάτων, αποφεύγοντας ωστόσο κινήσεις που θα μπορούσαν να προκαλέσουν άμεσες στρατιωτικές δράσεις από τη μεριά των ΗΠΑ ή του Ισραήλ.
Πρόσφατα, οι ισραηλινές δυνάμεις πραγματοποίησαν επιτυχείς επιδρομές στην περιοχή Μπάαλμπεκ του Λιβάνου, καταστρέφοντας υποδομές πυραύλων της Χεζμπολάχ και σκοτώνοντας πολλούς μαχητές της.
Στο κλίμα αυξανόμενης έντασης με το Ιράν, το Ισραήλ ενεργεί προς περιορισμό των στρατιωτικών ικανοτήτων των φιλοϊρανικών δυνάμεων. Ταυτόχρονα, οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης φέρονται να υποστηρίζουν τις περιφερειακές δυνάμεις του Ιράν, και οι φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ, όπως οι Καταΐμπ Χεζμπολάχ, είναι σε επιφυλακή για πιθανές συγκρούσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.
Το Τελ Αβίβ εφαρμόζει στρατηγική προληπτικής αποτροπής με στόχο την αποδυνάμωση των φιλοϊρανικών δυνάμεων προτού σημειωθεί μια γενικευμένη σύγκρουση. Από την άλλη, η Τεχεράνη φαίνεται ότι ενισχύει την αποτρεπτική της ικανότητα μέσω περιφερειακών συμμάχων, χωρίς να αναλαμβάνει άμεσες στρατιωτικές κινήσεις, αλλά διατηρώντας διάφορες εναλλακτικές απειλές.
Σύντομα, η επικρατούσα κατάσταση πιθανώς θα χαρακτηρίζεται από περιορισμένες επιθέσεις και στρατηγικές προετοιμασίας χωρίς να οδηγηθούν σε σύγκρουση μεγάλου βεληνεκούς. Ωστόσο, ο κίνδυνος κλιμάκωσης παραμένει υψηλός, κυρίως αν διακυβευθεί άμεσο πλήγμα κατά του Ιράν, με ενδεχόμενη ταυτόχρονη ενεργοποίηση πολλαπλών μετώπων.
Μέσα στο Ιράν, η ανησυχία για πιθανό πόλεμο εντείνεται. Οι πολίτες εκφράζουν φόβους για νέες συγκρούσεις, με φοιτητές να συμμετέχουν σε φιλοκυβερνητικές και αντικυβερνητικές διαμαρτυρίες. Οι διαμαρτυρίες εναντίον της κυβέρνησης συνεχίζονται παρά την αυστηρή καταστολή από τις αρχές, αποκαλύπτοντας βαθιά κοινωνική δυσαρέσκεια.
Το προηγούμενο Σάββατο, ένα βίντεο αποκάλυψε πλήθος διαδηλωτών στο Πανεπιστήμιο Σαρίφ της Τεχεράνης να καταδικάζουν τον Ανώτατο Θρησκευτικό Ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ ως «δολοφόνο ηγέτη» και να καλούν τον Ρεζά Παχλεβί, γιο του ανατραπέντος Σάχη, να επανέλθει ως μονάρχης.
Την Κυριακή, οι διαμαρτυρίες αναζωπυρώθηκαν σε πολλές περιοχές, όπως η Μασάντ, και η Χάνα Σαράφ, με τις δυνάμεις ασφάλειας να επεμβαίνουν, προκαλώντας τραυματισμούς.
Οι νέες διαμαρτυρίες, που θεωρούνται οι χειρότερες από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, συμβαδίζουν με πρόσφατα αντικυβερνητικά κινήματα, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα τη θανάτωση χιλιάδων Ιρανών πολιτών. Καθώς η εσωτερική αναταραχή εντείνεται αποδυναμώνει περαιτέρω το καθεστώς της Τεχεράνης και περιορίζει την ικανότητά του να απαντήσει σε εξωτερικές προκλήσεις.
Εάν το Ιράν φτάσει σε συμφωνία, αυτή θα περιλαμβάνει τον περιορισμό του πυρηνικού του προγράμματος και σχεδόν μηδενικό εμπλουτισμό. Αυτό θα μείωνε προσωρινά την πιθανότητα στρατιωτικών επιθέσεων από ΗΠΑ ή Ισραήλ, παρέχοντας χρόνο στην Τεχεράνη για να σταθεροποιήσει την εσωτερική της κατάσταση.
Ωστόσο, οι περιορισμοί της συμφωνίας ενδέχεται να προκαλέσουν πολιτική πίεση για το καθεστώς λόγω εσωτερικής δυσαρέσκειας και υποβάθμισης της εικόνας στους σκληροπυρηνικούς κύκλους. Επιπλέον, το Ιράν μπορεί να χρησιμοποιήσει τακτικές «συμβολικού εμπλουτισμού» για να εμφανιστεί ότι συμμορφώνεται χωρίς ουσιαστικούς περιορισμούς.
Αν το Ιράν απορρίψει τις αμερικανικές απαιτήσεις, ο κίνδυνος στρατιωτικής κλιμάκωσης αυξάνεται κατακόρυφα. Στην περίπτωση αυτή, η Ουάσιγκτον θα έχει δύο κύριες στρατηγικές:
Αν η δεύτερη επιλογή υλοποιηθεί, θα μπορούσε ακόμη και να επιφέρει την ανατροπή του καθεστώτος, παρατείνοντας τη διάρκεια των επιχειρήσεων και προκαλώντας σημαντικές ανθρώπινες απώλειες, δεδομένου ότι θα απαιτούνταν εκτενείς στρατιωτικές επιχειρήσεις και πιθανή αποδυνάμωση της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας.
Και οι δύο στρατηγικές αναμένεται να προκαλέσουν την αντίδραση του «Άξονα Αντίστασης» με επιθέσεις σε περίπου χίλιες περιοχές.
Η αντιπαράθεση ΗΠΑ – Ιράν έχει καταστεί κομβικό σημείο, καθορίζοντας τις στρατηγικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή για τα επόμενα έτη. Οι διαπραγματεύσεις στη Γενεύη ενδέχεται να είναι η τελευταία ευκαιρία για την αποφυγή μιας στρατιωτικής σύγκρουσης, που μπορεί να εξελιχθεί σε ευρύτερη περιοχή με παγκόσμιες προεκτάσεις.
Η Ουάσινγκτον στοχεύει να αποκλείσει ενδεχόμενη πυρηνική ανάπτυξη της Τεχεράνης, ενώ το Ιράν προσπαθεί να διατηρήσει την αποτρεπτική του στρατηγική, αποφεύγοντας ωστόσο μια άμεση στρατιωτική εμπλοκή.
* Ο Βασίλης Γιαννακόπουλος είναι ταξίαρχος ε.α. της Π.Α., γεωστρατηγικός αναλυτής ([email protected])
Διαβάστε επίσης: