
Το 2026, οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν να απομακρύνονται από τις παγκόσμιες πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, παρά την ολοένα μεγαλύτερη απειλή που αυτή συνιστά για τον πλανήτη. Ο Ντόναλντ Τραμπ, με αρνητική στάση απέναντι στην κλιματική αλλαγή, προχωρά σε ανατροπή προηγούμενων πολιτικών που επιδίωκαν τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και την ενίσχυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), επηρεάζοντας άμεσα τόσο την εσωτερική πολιτική όσο και τη συμμετοχή των ΗΠΑ σε διεθνείς συμφωνίες.
Τον Ιανουάριο, οι ΗΠΑ απέσυραν τη στήριξή τους από πάνω από 60 διεθνείς οργανισμούς και συμβάσεις, περιλαμβάνοντας τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (UNFCCC) και την Διεθνή Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC). Η αποχώρηση από τη συμφωνία του Παρισιού που ξεκίνησε στις 20 Ιανουαρίου 2025 και εφαρμόζεται πλήρως τον Ιανουάριο του 2026 καθιστά τις Ηνωμένες Πολιτείες τη μοναδική χώρα που έχει αποχωρήσει από τη συμφωνία, με μοναδικές εξαιρέσεις το Ιράν, τη Λιβύη και την Υεμένη, οι οποίες δεν είχαν συμμετάσχει ποτέ. Σύμφωνα με ειδικούς, αυτή η ενέργεια αντιβαίνει στις διεθνείς προσπάθειες περιορισμού της αύξησης της θερμοκρασίας κατά 1,5°C σε σύγκριση με τα προ-βιομηχανικά επίπεδα.
Τον ίδιο μήνα, η κυβέρνηση Τραμπ σταμάτησε τις επιδοτήσεις καθαρής ενέργειας ύψους 7,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων για έργα σε 16 πολιτείες, οι οποίες κυρίως ψήφισαν την Αντιπρόεδρο Καμάλα Χάρις το 2024. Αυτά τα έργα αφορούσαν σε εγκαταστάσεις μπαταριών, έργα υδρογόνου, αναβαθμίσεις του ηλεκτρικού δικτύου, και πρωτοβουλίες δέσμευσης διοξειδίου του άνθρακα. Ωστόσο, ο ομοσπονδιακός δικαστής έκρινε την απόφαση παράνομη, παραβιάζοντας τις συνταγματικές αρχές περί ισότητας, γεγονός που οδήγησε στην επιστροφή των επιδοτήσεων και στην εξασφάλιση πρόσβασης σε καθαρές πηγές ενέργειας.
Η αφοσίωση του Τραμπ στην εκμετάλλευση φυσικών πόρων γίνεται εμφανής με την προσοχή του στη Γροιλανδία, όπου υπάρχουν εκτιμήσεις για 36 έως 42 εκατομμύρια τόνους σπανίων γαιών, η δεύτερη μεγαλύτερη ποσότητα παγκοσμίως μετά την Κίνα. Επίσης, η ενεργή εμπλοκή στα αποθέματα πετρελαίου της Βενεζουέλας, που υπολογίζονται σε 303 δισεκατομμύρια βαρέλια, αποκαλύπτει την προτεραιότητα της κυβέρνησης στις ορυκτές πηγές έναντι των καθαρών μορφών ενέργειας, παρά τις σοβαρές περιβαλλοντικές επιπτώσεις.
Λίγες μέρες νωρίτερα, ο πρόεδρος Τραμπ ανακοίνωσε (Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου) την ακύρωση ενός επιστημονικού κειμένου που υιοθετήθηκε επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα, το οποίο αποτέλεσε τη βάση για τις ενέργειες των ΗΠΑ στην μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Το συγκεκριμένο κείμενο, γνωστό ως διαπίστωση κινδύνου (endangerment finding), είχε θεσπιστεί το 2009 και υπογράμμιζε την επικινδυνότητα κάποιων αερίων για τη δημόσια υγεία. Ο Λευκός Οίκος χαρακτήρισε αυτή την κίνηση ως «την μεγαλύτερη απορρύθμιση στην ιστορία των ΗΠΑ», σημειώνοντας ότι θα καταστεί φθηνότερη η παραγωγή αυτοκινήτων, μειώνοντας το κόστος για τις αυτοκινητοβιομηχανίες κατά 2.400 δολάρια ανά όχημα. Στο ίδιο πλαίσιο, κατά τη διάρκεια του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός, ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι η Κίνα παράγει σχεδόν όλα τα αιολικά συστήματα παγκοσμίως, αλλά δεν τα χρησιμοποιεί εντός των συνόρων της. Δήλωσε: «Δεν μπόρεσα να βρω καμία ανεμογεννήτρια στην Κίνα», προσθέτοντας ότι η χώρα πωλεί τέτοια έργα σε τρίτες χώρες. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί του Τραμπ δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Σύμφωνα με το ενεργειακό think tank Ember, το 2024, η Κίνα παρήγαγε το 40% της παγκόσμιας αιολικής ενέργειας, και τον Απρίλιο του 2025, η αιολική και η ηλιακή ενέργεια κάλυπταν πάνω από το ένα τέταρτο της ηλεκτροδότησης στην Κίνα. Επιπρόσθετα, η Κίνα είναι ο ιδιοκτήτης του μεγαλύτερου αιολικού πάρκου στον κόσμο, που έχει κατασκευαστεί στο δυτικό Γκάνσου και η κατασκευή του ολοκληρώθηκε το 2010.
Tέλος, οι νέες διατροφικές οδηγίες που δημοσιεύθηκαν από το Υπουργείο Γεωργίας και Υγείας των ΗΠΑ για το 2026 προτείνουν μια διατροφή με βάση «πλήρη, θρεπτικά τρόφιμα», θέτοντας ωστόσο το κόκκινο κρέας και το μοσχάρι στην κορυφή της πυραμίδας πρωτεΐνης, παρά το γεγονός ότι η παραγωγή τους συμβάλλει σε 20 φορές μεγαλύτερες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου ανά γραμμάριο πρωτεΐνης σε σχέση με τις φυτικές εναλλακτικές. Μέσω αυτών των αποφάσεων, η κυβέρνηση Τραμπ συνεχίζει να απομακρύνεται από τις διεθνείς προσπάθειες κατά της κλιματικής αλλαγής, εστιάζοντας στην εκμετάλλευση ορυκτών καυσίμων, ενώ επιστήμονες και οργανώσεις όπως η Earthjustice και η Greenpeace προειδοποιούν για τις σοβαρές συνέπειες που μπορεί να έχει αυτό για τους ανθρώπους, τα οικοσυστήματα και την παγκόσμια οικονομία.
Διαβάστε επίσης