
Αυτή τη στιγμή, τα Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών της Ελλάδας βρίσκονται στην τελική φάση αξιολόγησης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αυτό το θεσμικό εργαλείο είναι κρίσιμο για την προστασία και βιώσιμη χρήση των υδατικών πόρων, ωστόσο, μαρτυρά ένα ιστορικό καθυστερήσεων και νομικών εμποδίων. Πληροφορίες από πηγές της Κομισιόν αναφέρουν ότι τα πορίσματα και οι συστάσεις της αξιολόγησης αναμένονται σύντομα, και αυτό ενδέχεται να έχει να κάνει με τις διαρκείς δυσκολίες που αντιμετωπίζει η διαδικασία.
Αρμόδιοι φορείς πληροφορούν ότι η αξιολόγηση βρίσκεται κοντά στην ολοκλήρωσή της, καθώς η Επιτροπή τελειώνει τον αξιολογικό έλεγχο για τη συμμόρφωση με την Οδηγία και τη συνεκτικότητα των Προγραμμάτων Μέτρων. Μετά την έκδοση των αποτελεσμάτων, θα ξεκινήσει ένας δομημένος διάλογος ανάμεσα στην Κομισιόν και την ελληνική κυβέρνηση, με στόχο την αποτύπωση των κενών στην εφαρμογή, αποκλίσεων από τα ευρωπαϊκά πρότυπα, καθώς και τον προγραμματισμό διορθωτικών ενεργειών.
Η εν λόγω εξέλιξη συμβαδίζει με μια εποχή όπου το νερό αναδεικνύεται σε στρατηγικό πόρο για την Ευρώπη. Η κλιματική αλλαγή, οι παρατεταμένες ξηρασίες, αλλά και οι ακραίες πλημμύρες επιδρούν καθοριστικά στη διαχείριση των υδάτων, που έχει μετατραπεί σε επιτακτική πολιτική προτεραιότητα. Όπως αναφέρεται από το energygame.gr, μια σύσκεψη πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ) για τη διαχείριση της λειψυδρίας. Πηγή με γνώσεις επί του θέματος έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου λέγοντας: «οι βροχές και τα χιόνια δεν πρέπει να μας εφησυχάζουν. Είναι μία διαρκής μάχη και οι αριθμοί δείχνουν την αλήθεια».
Σύμφωνα με τα δεδομένα της ΕΥΔΑΠ, τα υδατικά αποθέματα της Αττικής έχουν περιοριστεί από 653,8 εκατομμύρια κυβικά μέτρα τον Ιανουάριο του 2025 σε 480,9 εκατομμύρια τον Ιανουάριο του 2026, δηλαδή μία μείωση της τάξεως του 26%–27%. Ο Εύηνος παρουσιάζει κάποια ενίσχυση λόγω καλύτερων εισροών, ενώ ο Μόρνος, η κύρια πηγή υδροδότησης της Αθήνας, δέχεται τη μεγαλύτερη πίεση με απώλειες άνω των 90 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων. Οι άλλοι ταμιευτήρες, Υλίκη και Μαραθώνας, καταγράφουν επίσης πτωτική πορεία χωρίς επαρκείς αναπληρώσεις. Η κατάσταση αυτή προκαλεί ανησυχία για τις εφεδρείες του συστήματος, ιδίως με την έλευση της άνοιξης και του καλοκαιριού.
Στην παρούσα συγκυρία, η σωστή διαχείριση του νερού βρίσκεται σε κεντρική θέση στον κυβερνητικό προγραμματισμό. Τα Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής λειτουργούν ως ο θεμέλιος λίθος της Οδηγίας Πλαίσιο για τα Ύδατα, η οποία έχει αλλάξει ριζικά την προσέγγιση της Ευρώπης ως προς την προστασία των υδάτων.
Η φιλοσοφία της Οδηγίας ανέκαθεν ήταν φιλόδοξη, καθώς προωθεί τη διαχείριση των υδάτων βάσει υδρολογικών λεκανών, παρά διοικητικών συνόρων. Κάθε κράτος μέλος είναι υποχρεωμένο να οριοθετήσει τις πιέσεις που υφίσταται το υδατικό του σύστημα και να ορίσει περιβαλλοντικούς στόχους για την επίτευξη καλή οικολογικής και χημικής κατάστασης έως το 2027. Τα σχέδια δεν είναι απλώς τεχνικές μελέτες, αλλά στρατηγικοί χάρτες για πολιτικές ύδρευσης, άρδευσης και αντιπλημμυρικής προστασίας, παρέχοντας μια ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασης των υδατικών πόρων.
Η εφαρμογή της ευρωπαϊκής υδατικής πολιτικής στην Ελλάδα έχει διαπιστωθεί ότι είναι προβληματική. Η χώρα είναι χωρισμένη σε 14 υδατικά διαμερίσματα, τα οποία έχουν καθοριστεί ως οι κύριες μονάδες σχεδιασμού. Παρά τις προσπάθειες που έχουν γίνει τα τελευταία είκοσι χρόνια, οι επικαιροποιήσεις των Σχεδίων Διαχείρισης προχωρούν με ρυθμούς βραδέως. Η πιο σημαντική εξέλιξη ήταν η καταδίκη της Ελλάδας από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2025, λόγω της μη έγκαιρης αναθεώρησης σχεδίων, ανοίγοντας τον δρόμο για πιθανές κυρώσεις, εφόσον δεν υπάρξει ουσιαστική συμμόρφωση.
Την περασμένη χρονιά εγκρίθηκαν επίσημα τα τρίτα Σχέδια Διαχείρισης για τα περισσότερα διαμερίσματα, με κάποια, όπως αυτή της Θεσσαλίας, της Αττικής και της Ηπείρου, να απαιτούν νέα εξέταση μετά την καταδίκη. Η περίπτωση της Θεσσαλίας αντικατοπτρίζει τα όρια και τα διλήμματα που προκύπτουν στην σύγχρονη υδατική πολιτική, ειδικά μετά τις πλημμύρες από την καταιγίδα Daniel, που επαναδιέταξαν το υδατικό ισοζύγιο της περιοχής, προκαλώντας προτάσεις για την κατασκευή νέων φραγμάτων και την επανεξέταση των υδροδοτικών υποδομών.
Επιπλέον, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η πολιτική ύδατος εισέρχεται σε μια νέα εποχή. Η Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Ανθεκτικότητα των Υδάτων στοχεύει στη βελτίωση της αποδοτικότητας του νερού κατά 10% έως το 2030 και παρέχει χρηματοδοτήσεις άνω των 15 δισ. ευρώ για έργα ανθεκτικότητας την περίοδο 2025–2027. Ωστόσο, οι προτάσεις για αναθεώρηση της Οδηγίας Πλαίσιο από βιομηχανικούς φορείς έχουν προκαλέσει ανησυχία στις περιβαλλοντικές οργανώσεις, οι οποίες προειδοποιούν για τον κίνδυνο αποδυνάμωσης των περιβαλλοντικών προτύπων.
Η αξιολόγηση των ελληνικών Σχεδίων Διαχείρισης λοιπόν αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς συνδέεται με την τήρηση των ευρωπαϊκών υποχρεώσεων, αλλά και με την ικανότητα της χώρας να αντιμετωπίσει τις νέες προκλήσεις που ενδέχεται να προκύψουν. Από στοιχεία που προκύπτουν, η Ελλάδα κατέχει καλή θέση σε ό,τι αφορά τα νερά κολύμβησης, καθώς το 97% των παράκτιων υδάτων είναι εξαιρετικής ποιότητας. Ωστόσο, στα εσωτερικά ύδατα, μόνο τα δύο τρίτα των ποταμών και λιμνών βρίσκονται σε καλή οικολογική κατάσταση, με την υπεράντληση υπόγειων υδροφορέων να παραμένει ένα κρίσιμο πρόβλημα σε περιοχές όπως η Θεσσαλία και η Αργολίδα.
Η εφαρμογή των Σχεδίων Διαχείρισης έχει επίσης οικονομικές και κοινωνικές προεκτάσεις. Η νέα τιμολογιακή προσέγγιση που θα εφαρμοστεί το 2026 θα συνδέεται άμεσα με τις απαιτήσεις για ανάκτηση του κόστους και επιβολής περιβαλλοντικών τελών. Αυξήσεις στις τιμές ύδρευσης και υδρομέτρηση στην αγροτική παραγωγή θα συμβάλουν στη διαμόρφωση ενός νέου τοπίου, όπου το νερό δεν θα θεωρείται πλέον ανεπιτήδευτος πόρος.
Στο τρέχον πλαίσιο, η φάση αξιολόγησης για την Ελλάδα δεν είναι απλώς μία τυπική διαδικασία γραφειοκρατίας, αλλά μια απόφαση που θα καθορίσει την ικανότητα της χώρας να περάσει από τη διαχείριση κρίσεων στη στρατηγική πρόληψης. Οι συστάσεις της Κομισιόν αναμένονται να προσεγγίσουν τα θεμελιώδη αίτια των καθυστερήσεων και τις επιταγές για τις επενδύσεις της επόμενης δεκαετίας. Η προοπτική δεν αφορά μόνο την αποφυγή προστίμων, αλλά και τη δυνατότητα διασφάλισης της επάρκειας καθώς και της ποιότητας του πιο πολύτιμου φυσικού πόρου της χώρας, σε μια εποχή που η διαχείριση του νερού επηρεάζει την εθνική και ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Διαβάστε επίσης