
Ο πλανήτης βιώνει πλέον μια εμφανή διαφοροποίηση στο πεδίο της κλιματικής κρίσης. Ανατρεπτικά, οι χώρες που παραδοσιακά ηγούν τις προσπάθειες για την πράσινη μετάβαση, όπως οι δυτικές βιομηχανίες, χάνουν έδαφος, ενώ η Ασία, με πρωτοπόρο την Κίνα, αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα της κλιματικής δράσης.
Τα τελευταία στοιχεία για τις εκπομπές CO₂ σε Γαλλία και Γερμανία, τις δύο κορυφαίες οικονομίες της ΕΕ, αναδεικνύουν τη στασιμότητα στην πρόοδο. Στη Γαλλία, οι προσωρινές εκτιμήσεις του ανεξάρτητου οργανισμού Citepa δείχνουν ότι το 2025 οι εκπομπές μειώθηκαν μόλις κατά 1,6%. Αυτή η επίδοση είναι πολύ χαμηλότερη από την απαιτούμενη, καθώς η χώρα χρειάζεται μέση ετήσια μείωση 5% μέχρι το 2030 για να επιτύχει τους κλιματικούς της στόχους.
Πληροφορίες από το ινστιτούτο AgoraEnergiewende δείχνουν αντίστοιχη εικόνα στη Γερμανία, όπου η μείωση το 2025 περιορίστηκε στο 1,5%. Για να παραμείνει εντός στόχων έως το 2030, το Βερολίνο θα πρέπει να περιορίζει τις εκπομπές του κατά περίπου 36 εκατομμύρια τόνους CO₂ κάθε χρόνο, τέσσερις φορές μεγαλύτερη μείωση από αυτή που πέτυχε το 2025.
Η κατάσταση επιδεινώνεται από τις παλινωδίες του τελευταίου διαστήματος στην Ευρώπη. Η χαλάρωση των κλιματικών στόχων για το 2040 και οι υποχωρήσεις στα πρότυπα εκπομπών από οχήματα με κινητήρες εσωτερικής καύσης για το 2035 δημιουργούν ένα ανησυχητικό κλίμα. Ειδικοί προειδοποιούν ότι η Ευρώπη ίσως έχει ήδη χάσει την ευκαιρία να παραμείνει εντός των ορίων που θέτουν το Green Deal και η Συμφωνία των Παρισίων.
Στις ΗΠΑ, η κατάσταση είναι ακόμη πιο σοβαρή. Η αποχώρηση από τη Συμφωνία των Παρισίων και τη Σύμβαση-Πλαίσιο του ΟΗΕ για το Κλίμα, παρά τον συμβολισμό της, αποτελεί μόνο την επιφανειακή πλευρά του ζητήματος. Το 2025 οι εκπομπές αεριών του θερμοκηπίου αυξήθηκαν κατά 2,4% σε σύγκριση με το 2024, ανατρέποντας την πτωτική πορεία των προηγούμενων δύο ετών. Αυτή η αύξηση αποδίδεται κυρίως στην αυξημένη κατανάλωση καυσίμων λόγω του κρύου χειμώνα και στις ενεργειακές ανάγκες των data centers, αν και οι αναλυτές προειδοποιούν ότι τα χειρότερα είναι μπροστά μας.
Εν τω μεταξύ, ανησυχία προκαλούν και οι προθέσεις για εκμετάλλευση των πετρελαϊκών αποθεμάτων της Βενεζουέλας. Ανάλυση της ClimatePartner για τον «Guardian» αποκαλύπτει ότι η αύξηση της παραγωγής κατά 0,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως έως το 2028 και κατά 1,6 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως την περίοδο 2035-2050 θα μπορούσε να καταναλώσει το 13% του παγκόσμιου προϋπολογισμού άνθρακα για να διατηρηθεί η άνοδος της θερμοκρασίας κάτω από 1,5°C.
Αντίθετα, στην Ασία βιώνουμε εξελίξεις ζωτικής σημασίας. Σύμφωνα με δεδομένα του CarbonBrief, η Κίνα και η Ινδία κατέγραψαν το 2025, για πρώτη φορά σε μισό αιώνα, μείωση στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από άνθρακα. Οι μειώσεις μπορεί να είναι μικρές (-3% στην Ινδία και -1,6% στην Κίνα), αλλά η σημασία τους είναι μεγάλη, δεδομένου ότι οι ενεργειακοί τομείς των δύο αυτών χωρών είναι υπεύθυνοι για το 93% της αύξησης των παγκόσμιων εκπομπών CO₂ από το 2015 έως το 2024.
Αυτή η εξέλιξη συνέβη χάρη στην ταχεία ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η Κίνα αναμένεται ότι πρόσθεσε πάνω από 300 GW ηλιακής και 100 GW αιολικής ισχύος το 2025, ενώ η Ινδία, αν και σε χαμηλότερο ρυθμό, αύξησε την ηλιακή ενέργεια κατά 35 GW και άλλες μορφές ανανεώσιμης ενέργειας το 2025.
Αν και η Κίνα παραμένει ο μεγαλύτερος ρυπαντής παγκοσμίως με περίπου το 30% των συνολικών εκπομπών CO₂, και η Ινδία με 7%-8%, το κρίσιμο ζήτημα είναι η κατεύθυνση των προσπαθειών τους. Υπάρχουν βάσιμες υποψίες ότι η Κίνα βρίσκεται κοντά ή έχει ήδη ξεπεράσει το ανώτατο σημείο εκπομπών της. Το ερώτημα που παραμένει είναι πόσο γρήγορα θα μπορέσει να μειώσει αυτές τις εκπομπές στο μέλλον.
Διαβάστε επίσης